Ο εορτασμός των Χριστουγέννων και η ιστορία του …

 

Γραφει ο Βλάχος Σταμάτιος – Στυλιανός

«Τα Χριστούγεννα είναι μια γέφυρα. Χρειαζόμαστε γέφυρες, καθώς ο ποταμός του χρόνου γίνεται παρελθόν. Τα σημερινά Χριστούγεννα, θα πρέπει να σημάνουν την δημιουργία ευτυχισμένων ωρών για το αύριο και να αναγεννήσουν εκείνες του χθες.» _ Gladys Bagg Taber, 1899 – 1980, Αμερικανίδα συγγραφέας & αρθρογράφος

«Χριστούγεννα, όλοι οι δρόμοι οδηγούν στο σπίτι», όπως χαρακτηριστικά είπε η Αμερικανίδα συγγραφέας και αρθρογράφος Marjorie Holmes (1910 – 2002). Αποτελούν μία από τις σημαντικότερες εορτές στην περίοδο του Χριστιανισμού και γενικότερα του θρησκευτικού Δόγματος. Ημέρες χαράς, αγαλλίασης, ψυχικής ηρεμίας και εκτόνωσης, αλληλεγγύης, συναναστροφής με τους ανθρώπους που αγαπάμε, αλλά και εσωτερικής καλυτέρευσης του εαυτού μας. Σου δίνουν την ευκαιρία να γευθείς την μαγεία και την πνευματικότητα, πέρα από τα σύνορα του ρεαλισμού και της απότομης, αδρής πραγματικότητας.

 


Τα Χριστούγεννα ετυμολογούνται από την σύνθετη λέξη της δημοτικής Χριστός + γέννα, δηλώνοντας με αυτό τον τρόπο την ετήσια χριστιανική εορτή της γέννησης του Θεανθρώπου (Χριστού) και κατ’ επέκταση το σύνολο των εορτών από της περιόδου της Γεννήσεως μέχρι των Θεοφανίων.

Το χρονικό διάστημα που περικλείει τις γιορτές των Χριστουγέννων, της Πρωτοχρονιάς και των Θεοφανίων, είναι γνωστό στη λαογραφία μας και ως Δωδεκαήμερο.


 

Στα πρώτα χριστιανικά χρόνια, η γέννηση του Χριστού δεν αποτελούσε ιδιαίτερη εορτή και οι Πρώτοι Χριστιανοί τη γιόρταζαν μαζί με τη βάπτιση (Θεοφάνεια) στις 6 Ιανουαρίου. Μάλιστα, η παράδοση θεωρεί ότι η αρχαιότερη ομιλία για τη γιορτή των Χριστουγέννων εκφωνήθηκε από τον Μέγα Βασίλειο στην Καισάρεια της Καππαδοκίας το έτος 376 μ.Χ. Κατόπιν έρευνας στα αρχεία της Ρώμης, θεσπίσθηκε ως επέτειος εορτής των Χριστουγέννων η 25η Δεκεμβρίου, σταματώντας με αυτό τον τρόπο τον εορτασμό τους μαζί με τα Θεοφάνεια, όταν στον Παπικό Θρόνο βρισκόταν ο Πάπας Ιούλιος ο Ά.

Ενδιαφέρον προκαλεί ο υπολογισμός της ρήσης του Ευαγγελίου του Ιωάννη του Προδρόμου λεχθείσα περί τον Χριστόν: «Εκείνος δει αυξάνειν, εμέ δε ελατούσθαι«, όπου με βάση την συγκεκριμένη υποθετική πηγή, η Γέννηση του Χριστού ορίσθηκε κατά το χειμερινό ηλιοστάσιο, όπου παρατηρείται να αρχίζει η αύξηση των ημερών. Δύο από τις μεγάλες εθνικές εορτές, εκείνη του «ακατανίκητου» θεού Ήλιου (Dies Natalis Solis Invicti) και ο εορτασμός των γενεθλίων του θεού Μίθρα (περσικός θεός του φωτός, «ο Σωτήρας», το πνεύμα του καλού και της σοφίας, ο υπερασπιστής της αλήθειας και της τάξης και η προέλευσή του ανάγεται σε μια αρχαιότερη βεδική θεότητα) που ήταν διαδεδομένα σε όλη την επικράτεια της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας συντέλεσαν στον καθορισμό της 25ης Δεκεμβρίου ως καταλυτικής ημερομηνίας εορτασμού της Γέννησης.

 

Πιθανότατα, η συγκεκριμένη κίνηση – με την επιλογή αυτής της περιόδου ως ημερομηνίας Γέννησης του Χριστού – είχε να κάνει με την επίμονη προσπάθεια αντικατάστασης των παγανιστικών (μη χριστιανικών) εορτών και τελετών που τηρούνταν κατά κόρον εκείνον τον καιρό, όπως χαρακτηριστικά ήταν οι εορτές των Saturnalia (εορτή των Ρωμαίων, αφιερωμένη στο θεό Saturnus, που αντιστοιχεί στον ελληνικό θεό Κρόνο) και τα Brumalia (αρχαίο ρωμαϊκό φεστιβάλ χειμερινού ηλιοστασίου που τιμούσαν τους θεούς Κρόνο, Δήμητρα και το θεό Βάκχο – Διόνυσο σε ορισμένες περιπτώσεις). Αποτέλεσμα, ο Χριστιανισμός με το πέρασμα του καιρού να εδραιωθεί και να καθιερωθεί ως η επίσημη θρησκεία της Ρώμης και όλης της επικράτειάς της.

Στα πανάρχαια και λατρευτικού περιεχομένου έθιμα, δοξασίες και συνήθειες αιώνων, η νέα θρησκεία (Χριστιανισμός) προσπάθησε να τα απορροφήσει, να τα ενσωματώσει και να προσάψει μία νέα διάσταση και σημασία σε αυτά, όπου διατηρήθηκαν καθ’ όλη την διάρκεια των ρωμαϊκών αυτοκρατορικών χρόνων και κυρίως στην ύπαιθρο (χωριά) και τις επαρχιακές πόλεις (παρά τις απαγορεύσεις της εκκλησίας για πολλές από τις εκδηλώσεις αυτές). Σε μεταγενέστερη εποχή πολλά από τα έθιμα τους (ανταλλαγή δώρων, γλέντια, χαρτοπαίγνια κ.ο.κ.) μεταβιβάστηκαν στον εορτασμό τής Πρωτοχρονιάς.

Στην Ανατολή, ο Άγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος το 386 μ.Χ. παρότρυνε την εκκλησία της Αντιόχειας να συμφωνήσει και να καθιερώσει την 25η Δεκεμβρίου ως ημέρα εορτασμού της Γέννησης του Σωτήρα, όπου με τον καιρό επικράτησε σε ολόκληρο τον τότε χριστιανικό κόσμο (εκτός της Αρμενικής Ορθόδοξης Εκκλησίας που συνεχίζει τον συνεορτασμό με τα Θεοφάνεια). Αργότερα, ο Βυζαντινός Αυτοκράτορας Ιουστινιανός το 529 μ.Χ. εξέδωσε απαγόρευση της εργασίας και κάθε μορφής δημοσίων έργων κατά τη περίοδο της εορτής των Χριστουγέννων, ανακηρύσσοντάς τα δημόσια αργία.

 

Στην Ελλάδα, η εορτή των Χριστουγέννων συνδέεται με πληθώρα παραδόσεων και εθίμων από όλες τις περιοχές της ελληνικής επικράτειας. Την συναρπαστική και παραστατική αναβίωση αυτών των εθίμων την συναντάμε κυρίως σε περιοχές της επαρχίας, με έντονο το άρωμα της παράδοσης και της τοπικής λαογραφίας.

– Ενδεικτικά, στα χωριά της βόρειας Ελλάδας (Μακεδονία), τις παραμονές των Χριστουγέννων, ο νοικοκύρης κάθε σπιτιού ψάχνει στα χωράφια και διαλέγει το πιο γερό και όμορφο ξύλο από πεύκο ή ελιά και το πάει σπίτι του. Αυτό είναι το αποκαλούμενο κι ως Χριστόξυλο. Η νοικοκυρά έχει ήδη φροντίσει να καθαρίσει το σπίτι και ιδιαίτερα το τζάκι με μεγάλη προσοχή, ώστε να μη μείνει ούτε ίχνος από την παλιά στάχτη. Καθαρίζει ακόμη και την καπνοδόχο του σπιτιού, ώστε να μη μπορέσουν να κατέβουν οι καλικάντζαροι, τα κακά δαιμόνια, όπως αναφέρεται στα παραδοσιακά παραμύθια των Χριστουγέννων. Το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων, όταν όλη η οικογένεια θα είναι μαζεμένη γύρω από το τζάκι , ο νοικοκύρης του σπιτιού ανάβει την καινούρια φωτιά και μπαίνει στην εστία το Χριστόξυλο. Σύμφωνα με τη λαογραφία, καθώς καίγεται το Χριστόξυλο, ζεσταίνεται ο Χριστός στη φάτνη Του. Κάθε οικογένεια, προσπαθεί να διατηρήσει αυτή τη φωτιά αναμμένη για όλο το δωδεκαήμερο των εορτών, από τα Χριστούγεννα, μέχρι τα Φώτα.

– Στη Θεσσαλία, τα νεαρά κορίτσια και αγόρια, επιστρέφοντας στο σπίτι από την εκκλησία, τοποθετούν δίπλα στο αναμμένο τζάκι μικρά κλαδιά δέντρων, που αντιπροσωπεύουν τις προσωπικές τους επιθυμίες. Κλαδιά κέδρου για τα κορίτσια και αγριοκερασιάς για τα αγόρια. Φροντίζουν μάλιστα τα κλαδιά αυτά να είναι λυγερά, αφού το κλαδί που θα καεί πρώτο αντιπροσωπεύει καλούς οιωνούς για τον κάτοχό του. Συγκεκριμένα, πιστεύεται ότι το άτομο, του οποίου το κλαδί κάηκε πρώτο, θα είναι και το πρώτο που θα παντρευτεί.

– Στην Ήπειρο, τα καρύδια αποτελούν ένα παραδοσιακό ομαδικό παιγνίδι που παίζουν τα παιδιά. Οι κανόνες του παιχνιδιού έχουν ως εξής: κάποιο παιδί χαράζει στο χώμα μια ευθεία γραμμή. Πάνω σε αυτή, κάθε παίκτης βάζει κι από ένα καρύδι στη σειρά. Με τη σειρά του, ο κάθε παίκτης και από κάθετη απόσταση ενός με δύο μέτρα από τη γραμμή των καρυδιών, σημαδεύει σκυφτός, με το μεγαλύτερο και το πιο στρογγυλό καρύδι του, κάποιο άλλο καρύδι. Όποιο καρύδι πετύχει και το βγάλει έξω από τη γραμμή, το κερδίζει και δοκιμάζει ξανά σημαδεύοντας κάποιο άλλο καρύδι. Αν αστοχήσει, συνεχίζει ο επόμενος παίκτης. Το παιχνίδι συνεχίζεται μέχρι να βγουν από τη γραμμή όλα τα καρύδια.

 

Η Χριστουγεννιάτικη Διακόσμηση

Επιπρόσθετα, οι εντυπωσιακές Χριστουγεννιάτικες διακοσμήσεις που γίνονται σε αυτή την περίοδο, αναφέρεται ότι έχουν την καταβολή τους από ένα αρχαίο έθιμο των Ρωμαίων, οι οποίοι συνήθιζαν να στέλνουν κλαδιά δένδρων μαζί με άλλα δώρα στους φίλους τους, κατά τη διάρκεια του ετήσιου εορτασμού της Saturnalia (βλ. παραπάνω).  Αυτό το έθιμο το υιοθέτησαν και οι Πρώτοι Χριστιανοί. Η άποψη αυτή επιβεβαιώνεται και από ένα διάταγμα της εκκλησίας της Bracara που εκδόθηκε αργότερα, για την απαγόρευση των Χριστιανών να διακοσμούν τα σπίτια τους με κλαδιά δένδρων την ίδια εποχή με τους ειδωλολάτρες (παγανιστές), καθώς η Saturnalia ημερολογιακά ξεκινούσε περίπου μία εβδομάδα πριν από τα Χριστούγεννα.

 

 

Η προέλευση του εθίμου των διακοσμήσεων φαίνεται όμως να συνδέεται και με τους Δρυίδες (ιερατική τάξη στη Βρετανία, Ιρλανδία και Γαλατία και σε άλλα μέρη της Κελτικής δυτικής Ευρώπης κατά την Εποχή του Σιδήρου), οι οποίοι διακοσμούσαν τις καλύβες τους με αειθαλή κλαδιά από δένδρα και άλλα αυτοφυή φυτά κατά τη διάρκεια του χειμώνα, για να τα χρησιμοποιούν σαν κατοικία τους τα πνεύματα και τα ξωτικά του δάσους. Παράλληλα, σε αρκετά εκκλησιαστικά ημερολόγια, εντοπίζουμε την παραμονή των Χριστουγέννων να αναφέρεται ως η ημέρα που οι εκκλησίες είναι δαφνοστόλιστες (φύλλα δάφνης), με το έθιμο να έχει τις ρίζες του το ίδιο βαθιά στη σύγχρονη εποχή όπως και σε προγενέστερους χρόνους με τους ειδωλολάτρες ή τους Πρώτους Χριστιανούς.

 

Το γκι

Ένας παλιός μύθος αναφέρει ότι το γκι (από το γαλλικό gui, στα ελληνικά: ο ιξός) φύτρωσε για πρώτη φορά στις πατημασιές του Χριστού, όταν Εκείνος βάδιζε στη γη.

 

 

Τα  αγκαθωτά φύλλα του, αλλά και οι κόκκινοι καρποί του, συμβολίζουν τα μαρτύρια που υπέστη ο Σωτήρας, λόγος για τον οποίο το γκι λέγεται και το «αγκάθι του Χριστού» σε πολλές γλώσσες της Βόρειας Ευρώπης. Πιθανότητα η σχέση με αυτούς τους μύθους ήταν ο λόγος που το γκι ονομάστηκε το «Άγιο Δέντρο», όπως γίνεται αναφορά από παλιότερους συγγραφείς.

 

Το στολισμένο καραβάκι

Σε ορισμένες περιοχές της Ελλάδας – και περισσότερο σε νησιά – υπάρχει το περίφημο έθιμο του στολισμένου καραβιού. Η παράδοση αναφέρει ότι ο συμβολισμός του έγκειται στην αναπαράσταση της καινούργιας πλεύσης – πορείας του ανθρώπου στη ζωή, μετά τον ερχομό του Θεανθρώπου. Επιπλέον, παλαιότερα συμβόλιζε (ενδεχομένως και τώρα), όχι μόνο την προσμονή και την έντονη νοσταλγία των παιδιών για αντάμωση με τους γονείς και συγγενείς τους που έλειπαν σε ταξίδια, αλλά και τη δική τους αγάπη και θαυμασμό για τη θάλασσα, λόγω αρκετών δεκαετιών πίσω, όπου σχεδόν από κάθε σπίτι ο πατέρας – και κάποιες φορές και ο υιός – έλειπαν «στα καράβια«, παλεύοντας για το μεροκάματο, για το ψωμί της οικογένειας (ως ναυτικό Κράτος που είναι η Ελλάδα).

 

 

Έτσι, μικρά καραβάκια είχαν τον ρόλο ενός τιμητικού καλωσορίσματος για τους Έλληνες θαλασσοπόρους (ναυτικούς) που επέστρεφαν στα σπίτια και τις οικογένειές τους, καθώς και μίας μορφής «τάματος» για να είναι ασφαλείς στα άγρια κύματα των θαλασσών στα υπερπόντια ταξίδια τους. Έτσι, σιγά – σιγά, βρήκε μεγαλύτερη θέση μέσα στα σπίτια των Ελλήνων – κυρίως όσων ασχολούνταν με τη θάλασσα – και καθιερώθηκε το έθιμο του στολισμού του.

Το «στολισμένο καραβάκι» είχε και την αρνητική του σημασία όμως…

Ο συγγραφέας Δημήτριος Λουκάτος επισημαίνει: «το καραβάκι ήταν, συχνά, συνυφασμένο με την αίσθηση του αποχωρισμού και με δυσάρεστες αναμνήσεις και δεν μπόρεσε να εδραιωθεί ως γιορτινό σύμβολο». Το έθιμο αυτό αντικαταστάθηκε αργότερα από το στολισμένο χριστουγεννιάτικο δένδρο, απαλλαγμένο από τέτοιους συσχετισμούς στις συνειδήσεις και τα συναισθήματα των Ελλήνων, που κατάφερνε να πλαισιώσει χαρά, ιδανικά, συνεστιάσεις θαλπωρής, με παρόντα όλα τα μέλη της οικογένειας και να τονώσει τον χαρακτήρα της περιόδου των Χριστουγέννων. Σε ναυτικούς, ψαράδες και θαλασσοπόρους, το έθιμο με το στόλισμα του καραβιού έχει έντονη τη πινελιά του ακόμα και τώρα. Ίσως και σαν μία μορφή τάματος στον Άη Νικόλα, προστάτη άγιο των ναυτικών (γιορτάζεται στις 6 Δεκεμβρίου), για μπουνάτσες τη νέα χρονιά.

 

Ο βαθύτερη έννοια των Χριστουγέννων

Η έννοια των Χριστουγέννων αναδύει και ένα βαθύ μυστηριακό και θεολογικό χαρακτήρα, πέρα από τις παραδόσεις και τις συνήθεις εορτές που έχουν να κάμουν με τη ζεστασιά, τη θαλπωρή, τη συντροφικότητα και την αγαλλίαση των συναισθημάτων και της ψυχής. Η γέννηση και η ενσάρκωση του Σωτήρα εκπέμπει ένα υπερφυσικό, αλλά συνάμα και ένα ανθρώπινο μοτίβο της ζωής και της δημιουργίας. Ένα Θείο έργο τέχνης ξεδιπλώνεται με απόλυτη σύνεση, ευπρέπεια, με αριστουργηματική ερμηνεία στο Δόγμα του Χριστιανισμού. Η Φύση και συνεπώς όλη η πλάση υποκλίνεται σε αυτό το θαύμα.

 

 

 

Η γέννηση του Χριστού ως ανθρώπου (Θεάνθρωπος) παρουσιάζεται ως ένα από τα πιο σημαντικά και συνταρακτικά γεγονότα στην ιστορία όλης την ανθρωπότητας (Ματθ. 1:18-23· Λουκ.2:1-7· Φιλιπ. 2:6–7). Παρόμοια εκφράζονται και οι εκκλησιαστικοί συγγραφείς κατά τους πρώτους μετά Χριστόν αιώνες. Χαρακτηριστικά, ο Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός (γεννήθηκε στην Αριανζώ το 329 μ.Χ., σε ένα μικρό χωριό της Καππαδοκίας, κοντά στην Κωμόπολη Ναζιανζώ και είναι ο ένας από τους τρεις Ιεράρχες της Ορθόδοξης Πίστης) επισημαίνει, ότι δεν θα πρέπει να συγχέεται με τα γενέθλια οποιουδήποτε άλλου ανθρώπου, η σημαντική Δεσποτική γιορτή της κατά σάρκα γεννήσεως του Χριστού, αφού στα Γενέθλια αυτά εορτάζουμε το μοναδικό και ανεπανάληπτο γεγονός ότι «εφάνη γαρ Θεός ανθρώποις δια γεννήσεως».

 

Στο απόσπασμα του ἐκ τῆς Ὁμιλίας ΛΗ´ αναφέρει: «Χριστὸς γεννᾶται, δοξάσατε· Χριστὸς ἐξ οὐρανῶν, ἀπαντήσατε· Χριστὸς ἐπὶ γῆς, ὑψώθητε.  ᾌσατε τῷ Κυρίῳ πᾶσα ἡ γῆ καί, ἵν᾿ ἀμφότερα συνελὼν εἴπω, Εὐφραινέσθωσαν οἱ οὐρανοί, καὶ ἀγαλλιάσθω ἡ γῆ, διὰ τὸν ἐπουράνιον, εἶτα ἐπίγειον». Σε ελεύθερη μετάφραση εννοεί: «Ο Χριστός γεννιέται, δοξάσατε. Ο Χριστός από τον ουρανό συναντήστε (τον). Ο Χριστός επάνω στην γη υψώθηκε. Τραγουδήστε για τον Κύριο όλη η γη και να για να πω και τα δυο μαζί: να ευφρανθούν οι ουρανοί και να αγαλλιάσει η γη για τον επουράνιο, έπειτα επίγειο». Ο Χριστός παρουσιάζεται με ανθρώπινο σώμα, αποκτά ανθρώπινη υπόσταση, δημιουργώντας τρόμο για την ενοχή της αμαρτίας και χαρά και προαναγγελία για την ελπίδα της σωτηρίας του κόσμου και των ψυχών.

 

Στην Καινή Διαθήκη γίνεται λόγος ότι η ημέρα της γεννήσεως του Ιησού αποτέλεσε ένα εξαιρετικά χαρμόσυνο γεγονός, τόσο για ανθρώπους, όσο και για τα επουράνια αγγελικά πλάσματα ( υπερφυσικές οντότητες), καθώς γεννήθηκε ως άνθρωπος ο Σωτήρας της υπάκουης ανθρωπότητας, όπου στα ιερά κείμενα της εκκλησίας εκδηλώνεται με υμνολογία και με άσματα. Ο εορτασμός των Χριστουγέννων αποτελεί κατεξοχήν την ανάμνηση του υπερφυσικού και σωτηριώδους γεγονότος της ενσάρκωσης του Χριστού.

Στην Ορθόδοξη Εκκλησία, η κατοχύρωση γεγονότων που συνέβησαν και αποτέλεσαν αναπόσπαστο και θεμελιώδες κομμάτι στην Καινή Διαθήκη – όπως χαρακτηριστικά αποτελεί η γέννηση του Θεανθρώπου – κρίνονται ριζικά και υψίστης σημασίας, ώστε να μπορέσει να λειτουργήσει με ευλάβεια και με ευσέβεια ο κάθε θεσμός και συνήθειά της.

Πιο αναλυτικά, η ανθρώπινη μορφή που δημιουργείται και ενσαρκώνεται με τη γέννηση του Σωτήρα, τονίζει την αλήθεια και το φως που θριαμβεύουν, έναντι του σκότους, της μισαλλοδοξίας και του πονηρού. Το πνεύμα επικρατεί και οι σκιές κρύβονται. Αυτός (ο Θεός) που μέχρι τώρα ήταν άναρχος και προαιώνιος, τώρα λαμβάνει αρχή, αφετηρία. Αυτός που ήταν άπειρος, αέναος, τώρα χωρείται στην περιορισμένη ανθρώπινη υπόσταση. Αυτός που πλουτίζει με τα αγαθά Του όλη τη πλάση, ταπεινώνεται, παίρνοντας σάρκα και αίμα στη μορφή σε τούτο τον κόσμο, ώστε με τον θάνατο και την Ανάστασή του αργότερα να δοξασθεί ως ο πραγματικός Θεός, ο Ένας, ο Μοναδικός, ο Βασιλεύς όλων και να υμνηθεί από την επίγεια πλάση και τις πνευματικές οντότητες, τους Αρχαγγέλους. Ποιος μπορεί να υπολογίσει και να παραστήσει πόσος είναι ο πλούτος της αγαθότητάς και της καλοσύνης Του; Ο Σωτήρας και Θεάνθρωπος, Αυτός, που ως απόλυτος Θεός δεν έχει μητέρα και γεννιέται χωρίς πατέρα, δεν ισχύουν οι φυσικοί νόμοι. Είναι ο Δημιουργός από μόνος Του.

 

Για να συνοψίσουμε θα λέγαμε ότι, η περίοδος των Χριστουγέννων και του Άγιου Πάσχα αποτελούν τις κατεξοχήν εορτές της Χριστιανικής Πίστης και του Χριστιανικού Δόγματος. Μέσα από αυτές, ο άνθρωπος καταλαβαίνει και ενστερνίζεται την έννοια, τη σημασία και τη σπουδαιότητα του θαύματος της γεννήσεως, της ζωής, αλλά και της ενότητας, της ομοψυχίας, της ιερότητας και διαύγειας του πνεύματος, της χαμένης παιδικότητας των ψυχών. Ο άνθρωπος ανακτά τη χαμένη φύση του, την παιδικότητά του. Η Αμερικανίδα αρθρογράφος Erma Louise Bombeck (1927 – 1996) είπε: «Δεν υπάρχει τίποτε πιο θλιβερό σ’αυτόν τον κόσμο, από το να ξυπνάς το πρωί των Χριστουγέννων και να μην είσαι παιδί».

 

 


Σταμάτιος – Στυλιανός Βλάχος _ MSc. Περιβαλλοντολόγος, διαχείριση ενέργειας & περιβάλλοντος, μέλος Οικολογικής Συνεργασίας Δήμου Παλαιού Φαλήρου ECO+