Εθνικός διχασμός

 

Γράφει ο Βλάχος Σταμάτιος – Στυλιανός

 «Κίβδηλοι και αγαθοφανέες οι λόγω μεν άπαντα, έργω δε ουδέν έρδοντες. – Μτφρ.: Κάλπικοι και υποκριτές είναι όσοι με τα λόγια κάνουν τα πάντα, ενώ στην πράξη δεν κάνουν τίποτα.»  _ Δημόκριτος, 470 – 370 π.Χ., Αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος

«O tempora! O mores!» που σημαίνει: «Ω καιροί! Ω ήθη!», είπε χαρακτηριστικά ο Ρωμαίος φιλόσοφος, πολιτικός, συνταγματολόγος και Ύπατος Marcus Tullius Cicero (Μάρκος Τύλλιος Κικέρων, 106 – 43 π.Χ.) από την πρώτη ομιλία του, στην αίθουσα της Συγκλήτου, εναντίον του συνωμότη Λεύκιου Σέργιου Κατιλίνα που εποφθαλμιούσε την εξουσία στη Ρώμη, επειδή απέτυχε για δεύτερη φορά να εκλεγεί στο αξίωμα του Υπάτου. Οι φιλοδοξίες του Καταλίνα όμως και το πάθος του για μεταρρυθμίσεις, τον οδηγούν στο να εξυφάνει μία συνωμοσία προκειμένου να καταλάβει την εξουσία, επιδιώκοντας την ανατροπή του πολιτεύματος. Κάτι που δεν πρόκειται να επιτρέψει όμως να συμβεί, σε καμία περίπτωση ο ύπατος που έχει εκλεγεί για το έτος, ο καταγόμενος από την τάξη των ιππέων Μάρκος Τύλλιος Κικέρων. Στόχος του ήταν να ξεμπροστιάσει τη συνωμοσία και να συντρίψει τους συνωμότες. Έκτοτε η περίφημη αυτή φράση που αναφώνησε ο Κικέρων χρησιμοποιείται και σήμερα για να τονίσει τη κριτική ηθών και πράξεων του παρόντος, με τόνο ειρωνικό, κατακριτέο ή άκρα σαρκαστικό.

 

«O tempora! O mores!», τολμώ να αναφωνήσω με κατακριτέο ύφος κι εγώ τη σειρά μου για το επίκαιρο και μείζων ζήτημα που έχει να κάνει με την ελληνικότητα της Μακεδονίας. Το έναυσμα, μου το έχουν παραχωρήσει τα δύο μεγάλα αυτά γεγονότα – περιστατικά που εκτυλίχθηκαν στις δύο μεγάλες πόλεις της χώρας, των Αθηνών και της Θεσσαλονίκης. Πρόκειται για τα δύο μεγάλα σε έκταση συλλαλητήρια που έλαβαν χώρα στις δύο μεγαλουπόλεις της Ελλάδας, για το επικείμενο θέμα επίλυσης – εξεύρεσης κοινά αποδεκτής λύσης για την ονομασία της ΠΓΔΜ (FYROM) και της καπήλευσης του ονόματος της Μακεδονίας ως μη Ελληνική από αυτούς. Το συγκεκριμένο ζήτημα έχει λάβει υπέρμετρες διαστάσεις, προκαλώντας ιδεολογικού και κοινωνικοπολιτικού τύπου αψιμαχίες μεταξύ των πολιτών. Επιπλέον, αυτό το ζήτημα ανοίγει τον ασκό του Αιόλου, τοποθετώντας το στη σφαίρα της ευρωπαϊκής κι αμερικανικής διπλωματίας, της διεθνούς πολιτικής σκέψης, του ενδελεχή προβληματισμού και της γεωπολιτικής ανάλυσης από εδώ και στο εξής.

 

Τα δύο αυτά συλλαλητήρια τα διέθεταν όλα. Είχαν όλο το πακέτο, που λέμε στην καθημερινή μας γλώσσα και επικοινωνία, στην αργκό. Πλήθος κόσμου από πολλές γωνιές της ελληνικής γης συνέρευσε για να λάβει μέρος σε αυτό το γεγονός. Το ύφος του κόσμου, των Ελλήνων πολιτών ήταν πάγιο, στέρεο με απαράμιλλη ομορφιά κι αποφασιστικότητα. Με ανάμεικτα συναισθήματα κι εκφάνσεις αυτών, που όμως διακατέχονταν από την έντονη κι επιτακτική επιθυμία του για δικαίωση. Για δικαίωση της Χώρας του, της Ελλάδας, για δικαίωση του τρόπου ζωής αυτών των πολιτών, για δικαίωση από τα δεινά που υπέστησαν ανά τους αιώνες, για δικαίωση της ίδιας του της ύπαρξης και υπόστασης. Για δικαίωση της Ιστορίας, του Πολιτισμού και των παραδόσεων των Ελλήνων, που με βάση τις συνιστώσες τους, γαλούχησαν τον τότε γνωστό κόσμο της αρχαιότητας, αλλά και μετέπειτα.

 

Τα δύο συλλαλητήρια ήταν αρωματισμένα με ένα κυρίαρχο, ηγετικού χαρακτήρα φρόνημα, πλαισιωμένο με έναν ανυπέρβλητο πατριωτικό τόνο, πλήρως εναρμονισμένο με την αγανάκτηση του μέσου Έλληνα πολίτη που υφίσταται αυτά τα χρόνια τα εξοντωτικά δημοσιονομικά μέτρα και την άγρια επιβολή αυτών. Υπήρχε η απαράβαλτη αίσθηση της ενότητας, της ομοψυχίας για ένα ιδεώδες, για ένα μεγαλειώδες ιδανικό του ορατού και ιδεώδες ρεαλισμού. Όλοι αυτοί οι απλοί άνθρωποι διέθεταν κάτι το μαγικό! Συνέθεταν ένα ζωντανό πορτραίτο, ένα ζωντανό πίνακα ζωγραφικής με αληθινά χρώματα και γνήσιες φωνές, με αυθεντικές ιδέες κι οράματα, εκφρασμένες από έντονα συναισθήματα γενναιότητας, ευσυνειδησίας, εθνικού πνεύματος με απώτερο σκοπό την καλυτέρευση και την ευημερία της Ελλάδας σε όλα τα επίπεδα και διαβαθμίσεις.

 

 

Στον αντίποδα, έρχονται ορισμένες ομάδες ατόμων, οι οποίες ασκούν δριμεία κριτική για αυτό το γεγονός (για τα δύο συλλαλητήρια), παραθέτοντας απόψεις και χαρακτηρισμούς περί συγκέντρωσης φασιστικών, εθνικιστικών κι άλλων ακροδεξιών ομάδων. Συχνά κάνουν λόγο περί αναβίωσης πολιτικών μεθοδολογιών και πρακτικών που εστιάζουν σε ολοκληρωτικές ηθικές και βλέψεις. Διασπείρουν με το περιεχόμενο του λόγου τους τον εθνικό διχασμό ανάμεσα στους πολίτες, δημιουργούν έριδες και ψυχροπολεμικό κλίμα. Ορισμένα κακεντρεχή άτομα κάνουν λόγο – περιγελώντας σε άκρως ειρωνικό ύφος –  ότι στις δύο εκδηλώσεις, για την ελληνικότητα του χώρου της Μακεδονίας, παρατηρήθηκαν ενδυμασίες που παραπέμπουν σε έθιμα της περιόδου του καρναβαλιού κι ότι αυτού του τύπου οι εκδηλώσεις δεν είναι τίποτα άλλο από ένα πολύχρωμο και πατριωτικό καρναβάλι, με οπαδικού χαρακτήρα κραυγές και τραγούδια.

 

Παραθέτουν συλλογισμούς και τακτικές άνευ προηγουμένου. Συχνά με τις σκέψεις και τις απόψεις τους, δημιουργούν κι αναπτύσσουν δικές τους θεωρίες περί σωστού και λανθασμένου, περί αλήθειας και ψέματος, περί υπαρξισμού και του μη εφικτού (χωρίς υπόσταση), χωρίς να διαθέτουν σε αρκετές περιπτώσεις την απαραίτητη εξειδικευμένη ακαδημαϊκή υπόσταση. Ο λόγος τους είναι πικρός κι ακρόχολος, με άφθονες δόσεις υπεροψίας, υπέρμετρης ζήλειας, ακραίας προσβολής και καταχαράκωσης του κοινού αισθήματος. Επιπλέον, οι απόψεις τους διακατέχονται από αντικοινωνικότητα. Η σπουδαία κι αξιόλογη λέξη ενσυναίσθηση, τους είναι εξολοκλήρου άγνωστη από το λεξικό και τον τρόπο ζωής τους. Ο λόγος τους όμως εκκολάπτει και κάτι άλλο. Εκκολάπτει την υποκρισία και την εντείνουσα καχυποψία, πράγμα που φανερώνει την απελπισία, το πλήρες αδιέξοδο της πολιτικής – κοινωνικής ιδεολογίας τους και την απροκάλυπτη ενοχικότητά τους, όπως με χαρακτηριστικό ύφος ανέφερε ο περίφημος Άγγλος ποιητής και θεατρικός συγγραφέας William Shakespeare (1564 – 1616): «η καχυποψία στοιχειώνει τις ένοχες συνειδήσεις».

 

Ειδικότερα, η υποκρισία, λογίζεται ως εκείνη η ιδιότητα της απόκρυψης των αληθινών αισθημάτων και σκέψεων, δηλαδή η προσποίηση. Οι τόσο κοινοί στο νεοελληνικό μας λεξιλόγιο όροι υποκριτής και υπόκριση προέρχονται από το αρχαίο ελληνικό θέατρο, όπου δηλώνουν τον ηθοποιό και την επί σκηνής τέχνη του, αντίστοιχα. Έτσι και στην καθημερινότητα, όταν γίνεται χρήση της «ηθοποιίας» στις σχέσεις με τους συνανθρώπους.  Η υποκρισία, με άλλα λόγια, σημαίνει το αντίθετο της γνησιότητας και της ειλικρίνειας. Ένας άνθρωπος πέφτει στην κατάσταση της υποκρισίας όταν προσπαθεί να διατηρήσει μία εξωτερικά καλή εικόνα του εαυτού του προς τους άλλους, χωρίς ταυτόχρονα να φροντίζει ώστε και εσωτερικά να είναι αυτός ο καλός άνθρωπος που θέλει να φαίνεται ότι είναι.

Μάλιστα, οι αρχαίοι πρόγονοί μας ουδέποτε εκτιμούσαν την υποκρισία και τη καταδίκαζαν. Ο Αρχαίος Αθηναίος φιλόσοφος Πλάτων (427 – 347 π.Χ.) χαρακτηριστικά έγραψε: «Ο λύκος, που είναι το πιο άγριο ζώο, μοιάζει με το σκύλο, που είναι το πιο ήρεμο. Εκείνος που θέλει να είναι ασφαλής, πρέπει να φυλάγεται από αυτές τις ομοιότητες.», ενώ ο Αρχαίος Έλληνας ιστορικός Πολύβιος (203 – 120 π.Χ.) έγραψε πολύ σκωπτικά για μια μορφή υποκρισίας: «Τα δάκρυα των κληρονόμων δεν είναι παρά γέλια κάτω από μάσκα». Ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα των υποκριτών είναι η υπέρμετρη επίδειξη κι ο κομπασμός. Ό,τι κι αν κάνουν πρέπει να γίνεται προς το «θεαθήναι», γι’ αυτό και κάθε επίδειξη στον κοινωνικό βίο πηγάζει από την υποκρισία. Ο Γερμανός ιερέας, καθηγητής, θεολόγος και ηγέτης της εκκλησιαστικής μεταρρύθμισης Μαρτίνος Λούθηρος (1483 – 1546) έγραψε πολύ εύστοχα: «Η υποκρισία είναι ο σεβασμός, τον οποίο προσφέρει η κακία στην αρετή».

 

Επιπρόσθετα, ένα άκρως ανησυχητικό κι ενοχλητικό στοιχείο που γίνεται αισθητό στις απόψεις και στη θεματολογία των αντιτασσόμενων στα δύο συλλαλητήρια, αποτελεί το στοιχείο του αμοραλισμού. Σύμφωνα με τον αμοραλισμό, οι αντιτασσόμενοι, χρησιμοποιούν ανυπόστατες, αήθεις και κακεντρεχείς κατηγορίες, ώστε να βάλλουν εναντίον του φρονήματος των πολιτών που διαμαρτύρεται με θεμιτά κι εύλογα μέσα για την ελληνικότητα της Μακεδονίας. Ειδικότερα, ο αμοραλισμός ως τρόπος ζωής και συμπεριφοράς θεωρείται χειρότερος από την ανηθικότητα, αφού όχι μόνο απορρίπτει ηθικές αρχές και κανόνες, αλλά βασιζόμενος  πρωτίστως στο δόγμα «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα», νομιμοποιεί και το πιο αθέμιτο μέσο για την επίτευξη οποιουδήποτε στόχου.

 

Συμβαδίζοντας με τον κυνισμό κι άλλοτε με τον τυχοδιωκτισμό, αποτελεί το «ηθικό» υπόβαθρο της σύνθεσης του φασισμού, όχι απαραίτητα ως πολιτικής ιδεολογίας, αλλά ως έκφραση κοινωνικού (μικρο)φασισμού και κατ’επέκταση του κοινωνικού ρατσισμού. Στην πολιτική σκηνή, εκφράζεται ως μακιαβελισμός (από τον Ιταλό διπλωμάτη, πολιτικό στοχαστή και συγγραφέα, Ν. Μακιαβέλι, ο ηγεμόνας), όπου με την ευρεία έννοιά του, επιτρέπεται η άρση κάθε ηθικού φραγμού, μηχανορραφίας και δολοπλοκίας για την επίτευξη προσωπικών συμφερόντων και στόχων, ακόμα κι άνομων, στα πλαίσια των ρυθμιστικών κανόνων μιας κοινωνικής ομάδας ή οποιασδήποτε μορφής κοινότητας. Κρίνεται λοιπόν επιτακτική η ανάγκη η ύπαρξη μίας θεμελίωσης, μίας βάσης πάνω στην οποία θα αναπτυχθεί η έννοια ενός Κράτους δικαίου που θα αποτελέσει τη ναυαρχίδα της ελευθερίας και της ισορροπίας στους πολίτες του και στις σχέσεις του με τις άλλες χώρες.

Η βάση, πάνω στην οποία οργανώνεται και δομείται ένα κράτος, μία κοινωνία πολιτών, λογίζεται ως το κοινό αίσθημα των κατοίκων αυτής για προστασία κι ενδελεχή περιφρούρηση των δημοκρατικών αξιών, ιδεών και ιδανικών που διέπουν μία άρτια Πολιτεία. Αυτή η θεμελιώδης βάση είναι ο πατριωτισμός. Η αναγνώριση δηλαδή της κρατικής οντότητας ως δικής μας χώρας, ως δικό μας Κράτος – Πολιτεία, με ισχυρό αίσθημα ευθύνης και φρονήματος. Η έννοια του πατριωτισμού δημιουργεί εκείνες τις προϋποθέσεις, εκείνη τη συλλογική αναγνώριση, εκείνο το σεβασμό και τη προστασία για τα ιερά, την ιστορία, τη παράδοση και τον πολιτισμό, για τα οποία οι πρόγονοι μας έδωσαν τη ζωή τους, ώστε να είμαστε σε θέση εμείς, οι απόγονοί τους να καρπωνόμαστε το ένδοξο παρελθόν που . Θυσίασαν κι απέταξαν το εγώ τους, προέβαλαν τα αγνά πατριωτικά τους αισθήματα και με περίσσεια ανδρεία, τόλμη, γενναιότητα και συνέπεια των πράξεών τους ξεχύθηκαν ωσάν το γάργαρο γαλάζιο χείμαρρο για να διεκδικήσουν το ύψιστο αγαθό, που είναι η ελευθερία. Η ελευθερία για τη ζωή και την αρμονική συνύπαρξη για ένα καλύτερο αύριο.

 

Πιο αναλυτικά, σύμφωνα με το Λεξικό της κοινής νεοελληνικής του Ινστιτούτου Νεοελληνικών Σπουδών του Ιδρύματος «Μανώλη Τριανταφυλλίδη», ο πατριωτισμός λογίζεται ως η απόλυτη πίστη κι αφοσίωση κάποιου στα ιδεώδη του Έθνους στο οποίο είναι ενταγμένος, χωρίς καμία απολύτως διάθεση περιφρόνησης ή υποτίμησης των ιδεωδών, των αρχών, των ιδανικών, της ιστορίας και του πολιτισμού άλλους έθνους. Αποτελεί εκείνο τον συναισθηματικό δεσμό που αναπτύσσει το άτομο με ένα έθνος. Η προσκόλληση αυτή που δείχνει το άτομο για τα ιδεώδη, μπορεί να εννοηθεί κι ως «εθνική υπερηφάνεια» ή κι «εθνικό συναίσθημα», δείχνοντας με αυτό τον τρόπο τις διαφορετικές παραμέτρους και συνιστώσες, τα διαφορετικά χαρακτηριστικά που σχετίζονται με το έθνος, συμπεριλαμβανομένων των εθνικών , πολιτικών, πολιτιστικών ή ιστορικών πτυχών.

 

Η έννοια του πατριωτισμού – μπορούμε να κάνουμε λόγο –  συνδέεται άρρηκτα με τον εθνισμό (κι όχι εθνικισμό). Αποτελεί εκείνη την ιδεολογική στάση που προωθεί την καλλιέργεια της εθνικής συνείδησης, χωρίς να δείχνει περιφρόνηση απέναντι στην ιστορία και την ταυτότητα άλλων εθνών – κρατών. Υποδηλώνει τον αγνό πατριωτισμό, την αγάπη για τη πατρίδα (φιλοπατρία, την αγάπη για τη γη του πατρός, τη πατρική γη), από το ανόθευτο πατριωτικό αίσθημα που εκπηγάζει, από τη συνείδηση ότι όλοι ανήκουμε σε κάποιο έθνος, σε μία συγκεκριμένη χωρική επικράτεια. Έτσι λοιπόν, κρίνεται αναγκαία κι επιτακτική η προάσπιση των συμφερόντων της χώρας, σε περιπτώσεις που υπονομεύουν και θίγουν τα κυριαρχικά δικαιώματα ενός λαού. Επιπρόσθετα, επιτακτική είναι η προάσπιση και η άρτια προώθηση των θέσεων μίας χώρας, ενός έθνους στη διεθνή σκακιέρα, με παράλληλη διαφύλαξη των στοιχείων εκείνων που θα συνθέτουν τη πολιτιστική ταυτότητα και κληρονομιά της. Τέλος, ο πολίτης που σέβεται τη πατρίδα του, με τη σειρά του, οφείλει να εργάζεται αδιάλειπτα για τη θεμελίωση και προαγωγή της έννομης τάξης, του συνολικού συμφέροντος και την εμπέδωση κι ενίσχυση του δημοκρατικού πολιτεύματος.

 

Μέσα από τον πατριωτισμό πηγάζει η εθνική συνείδηση, η επίγνωση των κοινών πολιτισμικών ιδιαιτεροτήτων ενός έθνους, που το διαφοροποιούν από τα υπόλοιπα κι έχει να κάμει με το ιστορικό παρελθόν και τη κοινή καταγωγή, με τις αξίες, τις παραδόσεις, τα έθιμα, τη θρησκεία, τη τέχνη, πάνω από όλα την γλώσσα. Όταν ο πολίτης αποκτήσει εθνική συνείδηση, δεν έγκειται στη σφαίρα ενδιαφέροντός του μονάχα το δικό του καλό, αλλά και το συμφέρον της ίδιας της πατρίδας, στην οποία διαβιεί κι αναπνέει. Έτσι, με την αφύπνιση της εθνικής συνείδησης καταλήγουμε στην εθνική αυτογνωσία. Που σημαίνει, την προσπάθεια ενός λαού (για παράδειγμα του ελληνικού) να γνωρίσει τους παράγοντες και τις συνιστώσες εκείνες που διαμόρφωσαν την εθνική του φυσιογνωμία, το εθνικό του προφίλ, ώστε να αναγνωρίζει τα εθνικά πολιτισμικά χαρακτηριστικά που του προσδίδουν ιδιοτυπία, μοναδικότητα, και το διαφοροποιούν από τα υπόλοιπα έθνη – κράτη.

 

Επιπλέον, για τους  Γάλλους φιλοσόφους Marie-Jean-Antoine-Nicolas Caritat, Marquis de Condorcet (Μαρί Ζαν Αντουάν Νικολά ντε Καριτά, μαρκήσιος ντε Κοντορσέ, 1743 – 1794), Denis Diderot (1713 – 1784) και Jean-Jacques Rousseau (1712 – 1778), Έθνος λογίζεται ως μία ένωση ατόμων, τα οποία κυβερνώνται από τους ίδιους νόμους και αντιπροσωπεύονται από την ίδια νομοθετική συνέλευση. Με αυτό τον τρόπο, η ενότητα, η συνοχή και η ταυτότητα μίας εθνότητας πηγάζει από την πολιτική της οργάνωση, που δεν είναι άλλη από το Κράτος. Το κοινό και συλλογικό συμφέρον του λαού αποτελεί το λόγο ύπαρξης και υπεράσπισης του κράτους και αυτοί, οι οποίοι αποδέχονται την έννοια αυτή του δημοσίου συμφέροντος, σχηματίζουν μία κοινότητα, ένα Κράτος, ένα Έθνος. Για τον Γερμανό φιλόσοφο Johann Gottlieb Fichte (Γιόχαν Γκότλιμπ Φίχτε, 1762 – 1814) – όπως και των περισσοτέρων Γερμανών φιλοσόφων του 18ου αιώνα – η ύπαρξη ενός έθνους ως μίας κοινότητας δεν αποτελεί επιλογή των μελών του, αλλά αποτέλεσμα εκείνων των κοινών συνιστωσών, οι οποίες στάθηκαν ικανές στη διαμόρφωση της συνείδησής και συλλογικότητάς τους. Αυτές τις συνιστώσες τις απαρτίζουν η γλώσσα, τα ιδεώδη, η θρησκεία, τα δημογραφικά χαρακτηριστικά (πληθυσμός) και ο πολιτισμός.

 

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον αποτελεί ο Γάλλος ιστορικός και φιλόσοφος, Joseph Ernest Renan (1823 – 1892) που προσέθεσε μία επιπλέον νότα στον όρο και τα χαρακτηριστικά του Έθνους. Το αίσθημα της κοινότητας. Αυτό, το οποίο διακρίνει και διαμορφώνει μία εθνότητα, είναι η κοινή ιστορική συνείδηση, οι θετικές και αρνητικές εμπειρίες κι αλληλεπιδράσεις, οι οποίες δημιουργούν μία κοινή παράδοση, κοινό προσανατολισμό, κοινή ταυτότητα και κοινά αισθήματα υπερηφάνειας ή λύπης. Τέλος, η κοινή επιθυμία των μελών – ατόμων της εθνότητας για τη διαφύλαξη και την αποκλειστική συνέχιση αυτής της κοινής παράδοσης και του αισθήματος της ενότητας, κρίνεται αναγκαία για την ύπαρξη. Ένα άλλο στοιχείο που διακρίνει ο J. E. Renan σε μία εθνότητα, είναι η σχέση της με μία εδαφική έκταση, με μία εθνική επικράτεια, με μία πατρίδα. Με αυτό το συλλογισμό, η πατρίδα αποτελεί το σημείο ταύτισης του Έθνους και Κράτους και είναι συνήθως το σημείο αναφοράς μίας εθνότητας, με την έννοια της σύνδεσης των εμπειριών που έχουν να κάμουν με σαφή ιστορικά γεγονότα κι αλήθειες με μία συγκεκριμένη γεωγραφική έκταση, τοποθεσία ή μέρος.

 

Επομένως, πρέπει να διευκρινισθεί ότι, Κράτος κι Έθνος αποτελούν δύο  συγκεχυμένους και σχεδόν (όχι πάντοτε) ταυτόσημους όρους με εναλλακτική χρήση ο καθένας. Το Κράτος είναι μία πολιτική ενότητα με συγκεκριμένη εδαφική επικράτεια, με σαφή κι αναγνωρισμένα σύνορα, με πληθυσμό και πολιτική οργάνωση με ενιαίο Σύνταγμα. Το Έθνος, από την άλλη, αποτελεί μία ενότητα, μία συνοχή, η οποία απαρτίζεται από τη κοινή ιστορική συνείδηση κι ομοψυχία, με κοινές αξίες, εμπειρίες και ιδανικά, με δημογραφικά χαρακτηριστικά, γλώσσα, θρησκεία και πολιτισμό. Και τα δύο (Κράτος κι Έθνος) όμως συνθέτουν και γνωστοποιούν την ύπαρξη μίας πατρίδας, μίας εθνικής οντότητας που θα δημιουργήσει τα θεμέλια μίας πάγιας ιδεολογίας. Μίας ενιαίας μεθοδολογίας γαλούχησης εθνικών αρχών κι αξιών στους πολίτες, ώστε εκείνοι με τη σειρά τους να διαμορφώσουν μία ενιαία πολιτική και ρητορική, επισφραγίζοντας με αυτό τον τρόπο την υλική και την ιδεώδη υπόσταση της Χώρας. Επισφραγίζουν με αυτό το τρόπο την εθνική ακεραιότητα του χαρακτήρα της.

 

Αξίζει να αναφερθεί, ότι ο εθνισμός, (και κατ’επέκταση) η φιλοπατρία αποτελούν στις μέρες μας μία αναγκαία στάση και προτεραιότητα για τον ίδιο τον άνθρωπο. Αυτό γιατί, η πληθώρα των προβλημάτων που σχετίζονται με τις οικονομικές και κοινωνικοπολιτικές δομές και που πραγματοποιούν την εμφάνισή τους σε κάθε χώρα, λειτουργούν ανασχετικά προς τη πρόοδο και την ευημερία της, επιτρέποντας την να μένει στάσιμη κι ανοχύρωτη. Επιπλέον, μέσα στα πλαίσια μίας Ενωμένης Ευρώπης, χωρίς σύνορα και με ελλιπείς ελεγκτικούς μηχανισμούς, η εγρήγορση και η επαγρύπνηση των λαών αποκτά ιδιαίτερη σημασία – ιδίως των μικρότερων χωρών, όπως κάλλιστα αποτελεί η Ελλάδα – και η φιλοπατρία γίνεται ο οδηγός ακέραιης αντιμετώπισης οποιασδήποτε προσπάθειας αφανισμού κι αφομοίωσης της εθνικής ταυτότητας. Τέλος, οι αξίες του πνεύματος, των ιδανικών και του αισθήματος που περικλείονται μέσα στην έννοια του έθνους καταποντίζονται από τη σύγχρονο ορθοπολιτικό και μετά-μοντέρνο τρόπο ζωής, που απλώνουν τα πλοκάμια τους σε όλες τις πτυχές και επίπεδα του βίου των πολιτών. Αποτέλεσμα όλων αυτών είναι η σμίκρυνση του πνεύματος, της εθνικής φυσιογνωμίας και υπόστασης κάθε λαού, των πολιτιστικών ανταλλαγών, η εξάλειψη του πνεύματος ενωτισμού και η παραποίηση του πραγματικού πνεύματος διεθνοποίησης κι αλληλεγγύης.

 

Με λίγα λόγια, αποτελεί αναπόσπαστο χρέος κι επιταγή η αγάπη προς τη πατρίδα. Ο ενεργός πολίτης, που θα σέβεται το Σύνταγμα, τα ιερά και ιδεώδη της πατρίδας, οφείλει να οξύνει την αντίληψή του για τη διαφύλαξη, τη προστασία και τη προώθηση εκείνων των συνθηκών που θα του επιτρέψουν να ανακτήσει τη χαρακωμένη αξιοπρέπεια και το σεβασμό του ίδιου του εαυτού του πρωτίστως και δευτερευόντως του έθνους – πατρίδας του. Η εθνική ενότητα, η εθνική ομοψυχία απαρτίζουν εκείνα τα συστατικά για τη διαμόρφωση της κοινής εθνικής ταυτότητας των Ελλήνων πολιτών αυτής της χώρας. Οι Έλληνες οφείλουν να αποτάξουν την εθνική διχόνοια και το μίσος, που μπορούν να γίνουν αιτία να αποπροσανατολισθούν σε επικίνδυνες ατραπούς. Να πουν ναι στην εθνική ομόνοια και την εθνική συνείδηση κι αλληλεγγύη για ένα καλύτερο, για ένα ευήμερο μέλλον.

 

Εν κατακλείδι, ο σύγχρονος άνθρωπος, ως μία διαφορετική και πολυπράγμων οντότητα, έχει δημιουργηθεί και γαλουχηθεί στο να παρατηρεί, να μελετάει, να αναλύει και να εγκιβωτίζει εκείνα τα αγαθά που θα του εμφυσήσουν το συναίσθημα  της γνησιότητας, της ρεαλιστικότητας και της ορθότητας των σκέψεων κι απόψεών του, επιτρέποντάς του να είναι κύριος του εαυτού του. Στο διάβα του θα συναντήσει κάμποσους που θα εποφθαλμιούν τις ικανότητες, τη νοημοσύνη, τις δεξιότητες, τα ιδανικά και το πνεύμα του. Θα τον κοροϊδέψουν και θα τον περιγελάσουν, θα επιχειρήσουν να «τυφλώσουν» την ύπαρξη του και να διασπείρουν συκοφαντίες για τα υγιή πιστεύω του. Θα σπιλώσουν την υπόληψη και την ανθρωπιά του με τις υπερφίαλες σκευωρίες τους. Εκείνος όμως, οφείλει να συνεχίσει και να παλέψει για όλα όσα έχει προορισθεί, ως έλλογο ον να προστατέψει. Να διαφυλάξει με άρτια μεθοδολογία και τακτική την ιστορική, πολιτισμική κι ανθρωπιστική κληρονομιά του. Τη κληρονομιά εκείνη που θα τον κάνει αθάνατο. Ο Ήρωας κι Αγωνιστής του ΄21, ο Γέρος του Μοριά, Θεόδωρος Κολοκοτρώνης (1770 – 1843) σαρκαστικά είπε: «Τι έχεις, καρυδιά μου και παραπονιέσαι; Μη σε πετροβολούνε τα παιδιά; Είναι γιατί έχεις τα καρύδια…».

 


Σταμάτιος – Στυλιανός Βλάχος _ MSc. Περιβαλλοντολόγος, διαχείριση ενέργειας & περιβάλλοντος, μέλος Οικολογικής Συνεργασίας Δήμου Παλαιού Φαλήρου ECO+