Η Γυναίκα κι ο ρόλος της

 

Γράφει ο Βλάχος Σταμάτιος – Στυλιανός

 «Ού μεν γαρ τι γυναικός άμεινον αγαθής. – Μτφρ: Δεν υπάρχει κάτι καλύτερο [για τον άντρα] από την καλή γυναίκα.»Ησίοδος, 7ος αιών π.χ., Αρχαίος Έλληνας ποιητής – Έργα και ημέραι 702

Γυναίκα! Πόσο ωραία ακούγεται από το στόμα ενός άνδρα. Ναι, καλά ακούσατε! Ο ήχος της χροιάς που βγαίνει από τις φωνητικές χορδές από έναν άντρα – το έτερον ήμισυ της γυναίκας – κάνει αυτή τη λέξη μοναδική, προσδίδοντάς της λατρευτικές κι ερωτεύσιμες ερμηνείες. Αποτελεί μία πρωτόγνωρη και συνάμα μία καθημερινή αίσθηση, όπου το συνηθισμένο συναντά το ασυνήθιστο κι αντίστροφα. Γυναίκα! Αυτή η υπέροχη λέξη, που είναι ικανή να γεμίσει τα αέναα κενά του αισθηματικού μας σύμπαντος και να μας προϊδεάσει σε μία επίγεια πραγματικότητα γεμάτη από αισθήσεις κι ενός απαράμιλλου τόνου πραγματικής, αγνής ελευθερίας. Τόσο του σώματος, ως υλικής υπόστασης, όσο κι εκείνης της άυλης και πνευματικής υπόστασης, στην οποία εντάσσεται η ψυχή κι ο νους (σκέψη).

Η γυναίκα ως θεσμός, ως έννοια, έχει διατελέσει μία μακραίωνη πορεία στο χώρο της Ιστορίας. Στα πολιτικά δρώμενα και κοινωνικά γίγνεσθαι κάθε χώρας και κάθε τόπου, στις επιστήμες, τις τέχνες, τη μουσική και τα γράμματα, προσθέτοντας με αυτό το τρόπο το δικό της στίγμα κι αποτύπωμα στο στερέωμα του πολιτισμού. Ο ιδιαίτερος και  πολυσήμαντος ρόλος της, καθώς και η θέση που κατείχε σε όλη την τότε γνωστή επικράτεια των πρώτων κοινωνιών και της ανθρωπότητας εκτενέστερα, υπήρξε καταλυτικός. Αρχαίες πηγές και κείμενα κάνουν λόγο για τη σπουδαία κι άρτια συμβολή τους σε πολλούς τομείς που έχουν να κάνουν με τη καθημερινότητα, αλλά και σε σημαντικά ζητήματα που αφορούν τις δομές του κράτους, της πολιτείας. Η σημερινή της θέση μέσα στο πολυδαίδαλο δικτυακό σύμπλεγμα που καλείται κοινωνία, φωτίζεται καλύτερα μετά από την αναζήτηση της διαδρομής της μέσα από το πέρασμα των αιώνων και τον αντικατοπτρισμό των πράξεών της μέσα από τους αγώνες και τους άθλους της.

Κάθε κοινωνία, ανεξαρτήτως εάν βρίσκεται σε πρωτόγονα στάδια ή διακατέχεται από ένα πνεύμα έντονης ανάπτυξης, διέπεται από μία σαφή κοινωνική οργάνωση και λειτουργία. Ενδεικτικά, κατά τους προϊστορικούς χρόνους και συγκεκριμένα την περίοδο που ακολούθησε τους τελευταίους παγετώνες ,το αντρικό φύλο ανέλαβε το κυνήγι των άγριων ζώων, ενώ οι γυναίκες τη συντήρηση της φωτιάς και την φροντίδα των παιδιών. Η μορφή αυτού του τύπου καταμερισμού, οφείλεται κυρίως στους φυσικούς καταναγκασμούς που επιβλήθηκαν στο θηλυκό γένος λόγω βιολογικών παραγόντων. Οι συνεχείς εγκυμοσύνες, οι τοκετοί και η μακρά περίοδος του θηλασμού ήταν οι λόγοι που σύμφωνα με τους επιστήμονες συντέλεσαν η γυναίκα στο να αποκτήσει πιο παθητικό ρόλο έναντι του άνδρα. Ενώ, δεν είναι λίγοι εκείνοι που υποστήριξαν πως στις πρωτόγονες εκείνες κοινότητες υπήρξε ένα μητριαρχικό καθεστώς, το οποίο καταλύθηκε αργότερα από τους άνδρες και αντικαταστάθηκε από την πατριαρχία. Η εξουσία όμως αυτή που υποθετικά αποδίδονταν στις γυναίκες είναι κατά κύριο λόγο αμφισβητήσιμη. Το πιο πιθανό είναι να υπήρξε ένα σύστημα μητρογονικής γραμμής, το οποίο καθόριζε την καταγωγή βάσει της μητέρας.

Στις εύφορες κοιλάδες της Μεσοποταμίας, η δημιουργία και η ανάπτυξη αξιόλογων πολιτισμών στέκεται αρωγός προοδευτικότητας. Σε αυτούς παρατηρούμε τη διαφοροποίηση της γυναίκας ως προς τη θέση της, ανάλογα με τη πολιτική και κοινωνική οργάνωση της κάθε κοινότητας. Επί παραδείγματι, οι Σουμέριοι διακρίνονταν από ένα πνεύμα ανεξαρτησίας, γεγονός που επέτρεψε στις γυναίκες να γίνεται εφικτή η δραστηριοποίησή τους στον οικονομικό τομέα. Η αγορά εργασίας ήταν ανοιχτή για πολλά επαγγέλματα που ασκούνταν από γυναίκες. Σε πλήρη αντιδιαστολή με τη κοινωνία των Ασσυρίων, όπου ο ρόλος της γυναίκας ήταν κλειστός κι αυστηρά οργανωμένος. Το στρατοκρατικό αυτό βασίλειο χαρακτηρίζονταν από αγριότητα των ηθών, ενώ διακρίνονταν από θηριώδεις νόμους. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, η θέση της γυναίκας ήταν υποδεέστερη και δεν μπορούσε να αναδειχθεί, καθώς η ανδροκρατούμενη και η βαθέως τύπου πατριαρχική κοινωνία συχνά επιδείκνυε άγρια και βίαιη συμπεριφορά.

Σημαντική εξέλιξη για το γυναικείο ζήτημα σημειώθηκε στο Βασίλειο των Βαβυλωνίων. Εκεί, η γυναίκα φαίνεται πως κατέχει το δικαίωμα διαχείρισης των περιουσιακών της στοιχείων και τη δυνατότητα να εργάζεται κι εκτός της κατοικίας της. Ο βασιλιάς Χαμουραμπί, παρά την αγριότητα των ποινών που επέβαλε, συνέταξε αυτό που θεωρείται ίσως το πρώτο «φεμινιστικό κείμενο» στην ανθρώπινη ιστορία. Ο μόνιμος Κώδικας του Χαμουραμπί (πρόκειται για τη σημαντικότερη κι αρχαιότερη νομοθεσία στο κόσμο, επηρεάζοντας τα μέγιστα όλους τους μεταγενέστερους νομοθετικούς κώδικες της Εγγύς Ανατολής, ιδιαίτερα την Εβραϊκή νομοθεσία) αποτελεί ένα κοινωνικοπολιτικό επίτευγμα μεγάλης αξίας, με εντυπωσιακή και κατατοπιστική θεματολογία, στο οποίο όχι μόνον εμπεριέχονται και συμφύρονται διατάξεις δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου, ποινικού, αστικού και εμπορικού, εργατικού και γεωργικού δικαίου, αλλά υπάρχουν και διατάξεις κοινωνικής προστασίας των ιδιωτών, πράγμα εντελώς ξεχωριστό και σπάνιο σε μια τόσο αρχαία εποχή! Ανάμεσα στις πιο προοδευτικές διατάξεις της νομοθεσίας, ασφαλώς θα πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη που θέτει υπό τη προστασία τη περιουσία και τα δικαιώματα του γυναικείου φύλου. Κατοχυρώνεται ως θεσμός η μονογαμία και η γυναίκα διαθέτει το προνόμιο να απολαμβάνει την ελευθερία να μπορεί να επιλέγει μόνη της το σύζυγό της. Αναγνωρίζει το δικαίωμα διάζευξης και στη γυναίκα, κάτι που ασφαλώς είναι σπάνιο στις νομοθεσίες, όχι μόνον της αρχαίας Ανατολής, αλλά ολόκληρης της αρχαιότητας, καθώς και το αλληλέγγυο των συζύγων για τα μεταξύ τους χρέη.

Στην αρχαία Αίγυπτο, στο Βασίλειο των Φαραώ, η γυναίκα χαίρει υψηλής κοινωνικής θέσης κι εκτίμησης, ενώ έχει δικαίωμα σε ατομική περιουσία και η συμμετοχή της στο δημόσιο βίο έχει ενεργό χαρακτήρα. Μέσα από τις παρατηρήσεις του αρχαίου Έλληνα ιστορικού, περιηγητή και γεωγράφου Ηροδότου (484 – 425 π.Χ. / 410 π.Χ.), διακρίνεται ότι στην Αίγυπτο υπήρχε πολλές φορές αντιστροφή κοινωνικών ρόλων υπέρ των γυναικών. Η ισχύουσα νομοθεσία προστάτευε το θεσμό της γυναίκας, αναδείκνυε τη προσωπικότητα και την υπόστασή της και διασφάλιζε το σεβασμό προς αυτή. Μπορούσαν να αγοράζουν και να πωλούν ακίνητα, να υπηρετούν σε δικαστήρια, να συντάσσουν διαθήκη και νομικές συμβάσεις και ενώ οι περισσότερες δεν εργάζονταν εκτός οικίας, εκείνες που το έπρατταν ελάμβαναν ίση αμοιβή με τους άνδρες. Οι αρχαίες Αιγύπτιες είχαν δικαίωμα στο διαζύγιο και μπορούσε να καταστεί εφικτό το δικαίωμα να ξαναπαντρευτούν. Είναι επίσης γνωστό, ότι τα ζευγάρια διαπραγματεύονταν ένα είδος συμφωνητικού γάμου, το οποίο ανέφερε με πλήρη ανάλυση, όλα τα περιουσιακά στοιχεία και πλούτο της συζύγου, τα οποία είχε προσφέρει στο γάμο και εγγυόταν ότι θα αποζημιωνόταν σε περίπτωση διαζυγίου.

Στην Ομηρική κοινωνία, τα ομηρικά έπη της Ιλιάδας και της Οδύσσειας, καθρεπτίζουν την ελληνική κοινωνία πριν και κατά τη διάρκεια του 8ου αιώνα π.Χ. Εκεί παρατηρούμε να κυριαρχεί ο θεσμός του οίκου, που διέπεται καθαρά από ένα πατερναλιστικού τύπου χαρακτήρα και υφή και μόνο σε μεμονωμένες περιπτώσεις υπάρχουν γυναίκες που ασκούν κάποιου είδους εξουσίας. Συνήθως βρίσκονται αποστασιοποιημένες από το πολιτικό γίγνεσθαι, δεν συμμετέχουν στη δημόσια ζωή και βρίσκονται υπαγόμενες στην εξουσία του αρχηγού της οικογένειας, που είναι ο άντρας (πατριαρχία). Πάραυτα, όμως είναι ελεύθερες να εκφράσουν την άποψή τους, κουβεντιάζουν και συμβουλεύουν σε πολλά ζητήματα τους άντρες τους και διατηρούν το δικαίωμα να δραστηριοποιούνται εκτός της οικείας τους.

Τη περίοδο της Κλασσικής Εποχής (499 – 323 π.χ.), στην Αθηναϊκή πολιτεία η θέση των γυναικών είχε περιοριστεί στα όρια συγκεκριμένων χώρων της οικίας, που ήταν ο γυναικωνίτης. Η Ατθίδα (στην ελληνική αρχαιότητα είναι η γυναίκα που προέρχεται από την Αττική ή ανήκει σ’ αυτήν) της εποχής εκείνης μένει περιορισμένη και τίθεται στο περιθώριο, έχει ελάχιστα δικαιώματα και συχνά δεν λαμβάνει ούτε καν τη στοιχειώδη μόρφωση. Το αθηναϊκό δικαιικό σύστημα παραβλέπει τα όποια δικαιώματα των γυναικών και τις υποχρεώνει να ζουν μία ζωή άχαρη, μονότονη και στείρα. Η ανδρική νοοτροπία όμως που ήταν υπαίτια για τον εγκλεισμό των γυναικών, διψούσε για εύστροφους συνομιλητές και για γυναίκες με πνευματικά ερεθίσματα. Οι λόγοι αυτοί οδήγησαν στη δημιουργία του θεσμού των ετέρων. Οι συγκεκριμένες λογίζονταν ως μορφωμένες γυναίκες που αποτελούσαν ένα είδος «αντίδοτου» για την ελλιπή γυναικεία συντροφιά. Διάνθιζαν τις κοινωνικές τους συναναστροφές, αποτελώντας έτσι τη μοναδική περίπτωση γυναικείας ευφυΐας και πνεύματος.

Στη στρατοκρατούμενη Σπάρτη, η θέση του γυναικείου φύλου παρουσιάζεται εκ διαμέτρου αντίθετη με την ισχνή κι άχρωμη αθηναϊκή πραγματικότητα. Βασικός σκοπός της σπαρτιατικής αγωγής ήταν η δημιουργία γενναίων κι ατρόμητων πολεμιστών. Απαραίτητη προϋπόθεση για αυτό ήταν η δημιουργία αντιστοίχως υγιών κι εύψυχων γυναικών. Οι Σπαρτιάτισσες ήταν σχεδόν ισότιμες των ανδρών και συγχρωτίζονταν ελεύθερα με αυτούς. Οι νόμοι του Σπαρτιάτη νομοθέτη Λυκούργου προνοούσαν να είναι υγιής, σε άρτια κατάσταση και μορφωμένη, γιατί με αυτό τον τρόπο θα γινόταν η μητέρα του τιμημένου Σπαρτιάτη πολεμιστή. Διέθεταν προσωπικότητα, γνώμη κι άποψη για τα πολιτικά τεκταινόμενα, εκγύμναζαν το σώμα τους, ώστε να είναι σε καλή φυσική κατάσταση και δεν ήταν καθόλου σεμνότυφες. Ενώ η Ιωνικής καταγωγής Αθηναίες είχαν ως πρότυπα αρετής την υπακοή και την υποταγή, το δωρικό φύλο των Σπαρτιατών απέβλεπε σε γυναίκες με ψυχικά και ηθικά χαρίσματα, με δυναμικότητα και πρωτοβουλίες στις απαιτήσεις της καθημερινότητας.

Τις περιόδους της Αναγέννησης και του Διαφωτισμού, η ανάπτυξη των πόλεων και η δημιουργία των πρώτων αστικών κέντρων έδωσαν νέα ώθηση στο ρόλο των γυναικών. Η συμμετοχή τους σε εμπορικές συντεχνίες βελτίωσε την οικονομική και κατ’επέκταση και τη κοινωνική τους θέση. Με τη στροφή προς την αρχαία ελληνική σκέψη και στοχασμό και ταυτόχρονα, την ανακάλυψη της τυπογραφίας, η μόρφωση των γυναικών αρχίζει να αποτελεί κεκτημένο δικαίωμά τους. Πολλές δέσποινες (κυρίες) της περιόδου διαβάζουν με ευχέρεια Αρχαίους Έλληνες και Λατίνους συγγραφείς και ποιητές. Για ένα περιορισμένο χρονικό διάστημα τα ρεύματα του καλβινισμού και του πουριτανισμού επέφεραν ένα σημαντικό πλήγμα στον αγώνα των γυναικών για αναγνώριση του ρόλου και της υπόστασής τους. Όμως οι όποιες επιπτώσεις ξεπεράστηκαν εύκολα από τις βασικές διατάξεις και τα θεμελιώδη άρθρα των κειμένων της Γαλλικής Επανάστασης. Οι αρχές της ελευθερίας και της ισότητας είχαν αδιάβλητο και καθολικό αντίκρισμα, διέθεταν στιβαρό χαρακτήρα και για τις γυναίκες και αποτέλεσαν τη βάση, τα θεμέλια εκείνα για τη σημερινή τους χειραφέτηση.

Κατά τη βιομηχανική επανάσταση (19ος αιώνας) σημειώθηκαν ορισμένες από τις πιο μεγάλες και πιο ριζικές αλλαγές, με σαφές αντίκτυπο στη κοινωνική θέση των γυναικών. Η αλματώδης τεχνολογική πρόοδος και η μετατόπιση της γυναικείας εργασίας από την οικία της, στο εργοστάσιο, της έδωσε τη δυνατότητα να αρχίσει να δραστηριοποιείται ως μεμονωμένο άτομο και ξέχωρα από την οικογενειακή μονάδα. Ενώ μέχρι τότε η εκπαίδευση ήταν ρηχή και περιορισμένη στα απολύτως απαραίτητα, άρχισε σιγά – σιγά να δημιουργείται η επιτακτική ανάγκη για μία πολύπλευρη, πιο κατατοπιστική κι ολοκληρωμένη μόρφωση των κοριτσιών. Σταδιακά, ξεκίνησε η προώθηση των γυναικών σε επαγγέλματα που δεν έχουν να κάνουν με τη παράδοση, αν κι αρκετά Πανεπιστήμια με – κατά παράδοση – αντρικούς τομείς επέμεναν να κρατούν τις θύρες τους ερμητικά κλειστές για τις σπουδάστριες. Σε σχετικά μικρό χρονικό διάστημα όμως οι γυναίκες πραγματοποίησαν επιτυχή εισαγωγή σε όλους τους κλάδους των επαγγελμάτων κι άρχισαν να εργάζονται στο πλευρό των αντρών – συναδέλφων τους.

Ποιήματα, παιάνες κι ελεγείες έχουν γραφθεί, συντεθεί και τραγουδηθεί πάνω στην ιδιοσυγκρασία, τη προσωπικότητα και την πολυτάλαντη υπόσταση της γυναίκας. Πάνω στον ερωτισμό και τον ανυπέρβλητο δικαιωματισμό που αποπνέει. Η γυναίκα ήταν, είναι και θα είναι, για πάντα, μια αστείρευτη πηγή έμπνευσης των ποιητών, όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά στον κόσμο ολόκληρο. Αποτελεί γεγονός αναμφισβήτητο ότι η γυναικεία παρουσία χρησιμοποιείται γενικά από  τους ποιητές ως σύμβολα και περιγράφονται ανάλογα  με τις επιρροές που δέχτηκε ο εκάστοτε ποιητής, την γενιά ή το ρεύμα στο οποίο ανήκει και ανάλογα με τα κοινωνικά θέματα και τις τάσεις που επιθυμεί να στηλιτεύσει μέσα από την απεικόνιση τους. Έτσι λοιπόν, μέσα από το έργο του ο κάθε ποιητής προσπαθεί να δημιουργήσει και να αναδείξει μία ξεχωριστή γυναίκα, μία γυναίκα πρότυπο, ηρωίδα, αλλά και παραδομένη στα πάθη της σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως τη φαντάζεται εκείνος.

Ένας από τους κορυφαίους αρχαίους τραγικούς ποιητές κι από τους διδασκάλους του αττικού δράματος, ο Ευριπίδης (480 – 406 π.Χ.), του οποίου η λατρεία ήταν μεγάλη σε ολόκληρο τον ελληνικό κόσμο, η φήμη του δε εξαπλώθηκε και πέρα από τα σύνορα του ελληνισμού. Ήταν αυτός που – όσο  κανείς άλλος μέχρι τότε – βύθισε το βλέμμα του μέσα στο άπειρο της ανθρώπινης ψυχής, κυρίως όμως στη γυναικεία. Ήταν ο ζωγράφος του ενστίκτου και των θυελλωδών εκρήξεων της ψυχής, ο ποιητής των συναισθηματικών υπάρξεων, στο θέατρο του οποίου οι γυναίκες κατείχαν τη δεσπόζουσα, πρωταγωνιστική θέση. Ο Ευριπίδης, ο ποιητής του απέραντου ωκεανού των συγκινήσεων, έφερε ολοζώντανα μπροστά μας, γυναίκες κτυπημένες και κυριαρχημένες σφόδρα από ψυχικά πάθη κι από την ίδια την ειρωνεία της μοίρας.

Δύο από τις ομώνυμες τραγωδίες του – αριστουργήματα, «Μήδεια» και «Φαίδρα», ο θεατής βυθίζεται, συμμερίζεται, εντυπώνει τη σοβαρότητα της κατάστασης κι ενώνεται συνειδητά με τις ηρωίδες του έργου. Εκεί, παραδομένες στο ακυβέρνητο και μη ελεγχόμενο πάθος τους, μη μπορώντας να αντέξουν τα «χαλινάρια» της φρόνησης, δεν μπορούσαν να αντισταθούν στις σφοδρές ανεμορριπές που’δέρναν την ψυχή τους, με τραγικό αποτέλεσμα τη βασανιστική οδύνη τους και την ηθική κατάπτωση, τη συντριβή της ψυχής τους. Εμπνευσμένος από τη τραγικότητα των γυναικείων χαρακτήρων του Ευριπίδη και το περίτεχνο τρόπο που τους διαχειριζόταν στη πλοκή του έργου, ο Ιρλανδός μυθιστοριογράφος, ποιητής και δραματουργός Oscar Wilde (1854 – 1900) τον χαρακτήρισε «πλατύς δακρύων ποταμός». Εμπνεύστηκε από τη πολυδιάστατη γυναικεία παρουσία, κι έγραψε τις άφθαρτες τραγωδίες του, που οι περισσότερες φέρουν ως τίτλους ονόματα γυναικών! Εξακολουθούν μέχρι και σήμερα να παραμένουν επικαλυμμένα από το άσβεστο φως της μνήμης και της αθανασίας.

Πολλοί νεοέλληνες ποιητές γράφουν στίχους αναφερόμενους στο ακατάβλητο μητρικό αίσθημα, την πιο ανιδιοτελή, την πιο αγνή, την πιο ιερή μορφή της αγάπης. Είναι πράγματι αξιοσημείωτο ότι οι περισσότεροι από τους στίχους αυτούς εκφράζουν τον βαθύτερο ανθρώπινο πόνο, την οδύνη της μάνας για το θάνατο, το χαμό του παιδιού της: «Γλυκύ μου Έαρ, Γιε μου, πού βασίλεψ’ η άγια σου ομορφιά;», γράφει ο Τάκης Σινόπουλος (1917 – 1981) στο ποίημά του «Μετά την Αποκαθήλωση»∙ ένας στίχος ιδιαίτερα δυνατός και παραστατικός, που αναμφίβολα ανακαλεί στη μνήμη μας το: «Ω γλυκύ μου έαρ, γλυκύτατόν μου τέκνον», από το Εγκώμιο Επιταφίου Θρήνου της Μεγάλης Παρασκευής, ένα κατανυκτικό κείμενο του ύμνου που αποδίδει τον πόνο της Παναγίας για τον επίγειο θάνατο του υιού της, του Θεανθρώπου. Ενώ, η αγνή συζυγική αγάπη εξακολουθεί και στα νεότερα χρόνια, να αποτελεί ένα σημαντικό ερέθισμα και προσανατολισμό για τη ποιητική δημιουργία. Ο σπουδαίος ποιητής μας Άγγελος Σικελιανός (1884 – 1951), με τον έντονο λυρισμό και τον ιδιαίτερο γλωσσικό πλούτο, εμπνέεται από τη γυναίκα του Άννα και της γράφει λόγια που ξεχειλίζουν από λατρεία κι απέραντη αφοσίωση: «Γλυκό μου φως, αναπνοή μου, αίμα μου, θεϊκά μαλλιά μου, μάτια μου, σφραγίδα της καρδιάς μου, στόμα μου γλυκό, απαντοχή μου, λύτρωσή μου, Αγάπη μου… Ψυχή μου!… Εσύ, το νόημα το μοναδικό και απέραντο όλης μου της ειμαρμένης… Αγαπημένη στη Ζωή, Αγαπημένη στο Θάνατο κι ως το βάθος του τάφου μας, πάθος μου ατελεύτητο και άναρχο ως την καρδιά της Αιωνιότητας…».

Φυσικά, δε θα μπορούσε να μην εμπνευστεί κι ο περίφημος Ο. Ελύτης (πραγματικό ονοματεπώνυμο: Οδυσσέας Αλεπουδέλης, 1911 – 1996), σε σημείο που να τη θέσει κεντρικό θέμα σε αρκετά ποιήματά του. Για τον Ελύτη, η γυναικεία μορφή στα ποιήματά του, υπήρξε πολύμορφη, συνειρμική, οικουμενική, αλλά και γεμάτη αντιθέσεις, προσδίδοντάς της μία αίσθηση ζωντάνιας και πρωτόγνωρου κάλλους. Και την αποτύπωσε με ποικίλους τρόπους σε αρκετά ποιήματα, εκφράζοντας σε κάθε ένα από αυτά το ιδανικό μοντέλο Χαρακτηριστική είναι η γυναίκα που πρωταγωνιστεί στο ποίημα του «Μονόγραμμα», ένα ποίημα που βρίθει από νεανικότητα και αγνό πάθος. Έναν ύμνο, ή μάλλον, τον απόλυτο ύμνο στον έρωτα. Εκεί ο ποιητής περιγράφει έναν θυελλώδη έρωτα, που όμοιος του δεν υφίσταται, με τόσο ένταση και τόσο πάθος, που δύσκολα θα μπορούσε να τον αποδεχτεί κανείς και να τον κατανοήσει. Περίτεχνα ο Ελύτης πλάθει μια ερωτική τραγωδία, καθώς το ερωτευμένο ζευγάρι έρχεται αντιμέτωπο με την εναντίωση των γύρω του για αυτό τους το συναίσθημα, σε σημείο που η γυναίκα,- το πρόσωπο με το οποίο ασχολούμαστε στην παρούσα ανάλυση-,  μην αντέχοντας όλη αυτή την εναντίωση και την κατακραυγή που υφίσταται, βάζει τέλος στη ζωή της. Αποτελεί το τραγικό επίλογο ενός μεγάλου έρωτα. Και μπορεί η γυναίκα να μην υπάρχει σαν φυσική παρουσία μέσα στο ποίημα, η παρουσία της είναι όμως συνεχής μέσα από τον θρήνο του αγαπημένου της.

Δε θα μπορούσα να μην αναφερθώ και στο περίφημο, εμβληματικό και χιλιοτραγουδισμένο έργο του Ελύτη, το «Άξιον Εστί», όπου η έντονη γυναικεία παρουσία είναι παραστατική και πολύμορφη. Εκεί, ο ποιητής θέλησε να δώσει μορφολογικά και φραστικά στοιχεία των “Χαιρετισμών» στη Θεοτόκο Μαρία, αλλά και κατά το πρότυπο του “Ύμνου στην Θεοτόκο” (“Αγνή Παρθένε Δέσποινα”) που έγραψε ο Άγιος Νεκτάριος. Η γυναίκα εδώ περιγράφεται με διάφορες μορφές, τη γλωσσική, κοινωνική, εκκλησιαστική, λαογραφική, αλλά και τη φεμινιστική. Σε κάθε μία περιγραφή, η γυναίκα εμφανίζεται με άλλη δυναμική και προοπτική, όμως όλες τους εμπεριέχουν το μοντέλο μάνα – γυναίκα ως  αντικείμενο πόθου και λατρείας. Βέβαια εδώ δίνεται και μια άλλη διάσταση, αυτή που συνδέει τη γυναίκα με ανώτερα ιδανικά και ιδεώδη: την Ελλάδα, την Ελευθερία και τη Θρησκεία.

Κάλλιστα παρατηρούμε το ρόλο της συζύγου, της μητέρας, της γυναίκας ως πρόσωπο πίστης, αφοσίωσης, υποταγής να αποτελεί τον πυρήνα, γύρω από τον οποίο πλάθεται μια ολόκληρη υπόθεση. Αυτή, δίνει την δυνατότητα στον αναγνώστη να ερμηνεύσει τα μηνύματα που θέλουν να παραστούν από τον ποιητή από πολλές διαφορετικές οπτικές γωνίες ή ακόμη και να ταυτιστεί με την αποτύπωση των προσωπικοτήτων των κεντρικών ηρωίδων. Την εξιδανίκευση της προσωπικότητάς κι επιβλητικότητας του χαρακτήρα της, ως κεντρικό «ηθοποιό» σε ρόλους που προϊδεάζουν τη πορεία του δράματος και της φυσική εξέλιξη της πλοκής. Έτσι, δεν θα μπορούσε να αφήσει ασυγκίνητο και τον Ελύτη!

Δε θα μπορούσα να μην αναφέρω την γυναικεία ύπαρξη και θέση στη θρησκεία του Χριστιανισμού και της χριστιανικής διδασκαλίας, που πολλές φορές έχει προκαλέσει πολλές συζητήσεις με ποικίλες αντιδράσεις. Πολλοί δε είναι εκείνοι που ως συντηρητικοί τονίζουν ότι η θέση της γυναίκας πρέπει να είναι περιορισμένη έως ανύπαρκτη, ενώ άλλοι πιστεύουν ότι πρέπει να έχει έναν πιο ενεργητικό ρόλο. Οι συζητήσεις μεταξύ των θιασωτών των δύο αυτών διαφορετικών απόψεων για το ρόλο της γυναίκας πολλές φορές καταλήγουν σε έντονες διαφωνίες και διαμάχες, ενώ δεν είναι λίγες οι φορές που φθάνουν σε σημείο αλληλοκατηγοριών, ερίδων κι αναθεμάτων. Πρόκειται για το πιο λογοκριμένο ζήτημα στην πορεία και την ιστορία της χριστιανικής παράδοσης και Πίστης!

 

Γεννάται αμέσως το κύριο ερώτημα στο νου μας: γιατί αφού ο Θεός δημιούργησε και δεχόταν τη γυναίκα να είναι ισότιμη με τον άνδρα, η κοινωνία των Ισραηλιτών μέσα από τα κείμενα της Παλαιάς Διαθήκης (ΠΔ) την θεώρησε κατώτερη από αυτόν; Ο λόγος είναι πολύ απλός! Δυστυχώς η κοινωνία των ανθρώπων στην Παλαιά Διαθήκη δεν απέδωσε στη γυναίκα την ισοτιμία που της δόθηκε από το Θεό απέναντι στον άνδρα. Τόσο από πλευράς κοινωνικών όσο και θρησκευτικών δικαιωμάτων, η θέση της βρισκόταν στο περιθώριο, λογιζόταν ως άνθρωπος δεύτερης κατηγορίας, λογιζόταν ως ανίερη. Η επίδραση των διαφόρων κοινωνικών συνθηκών της εποχής αποτελούσε τη βασική αιτία που όρισαν την κατωτερότητα της γυναίκας στην κοινωνία και στη θρησκεία, έναντι εκείνης που δόθηκε στον άνδρα. Εξάλλου η κοινωνία της ΠΔ ήταν βαθιά πατριαρχική και όχι μητριαρχική, αφού η γυναίκα ήταν αναγκασμένη να μένει στην οικογένεια για την ανατροφή των τέκνων, την επίβλεψη των δούλων, τις διάφορες εργασίες του σπιτιού, ενώ ο άνδρας ήταν υποχρεωμένος να εξασφαλίσει τα αναγκαία για την επιβίωση της οικογένειάς του, δηλαδή να εργάζεται, να είναι ο «κουβαλητής».

Με τη χαρμόσυνη είδηση του ερχομού του Θεανθρώπου (Χριστού), τα πράγματα αλλάζουν ριζικά. Κι αυτό το καταφέρνει με τις διδαχές του. Ο Χριστός όχι μόνο διακηρύττει την ισότητα και την ισοτιμία όλων των ανθρώπων, αλλά με τη στάση του και την ουμανιστική διδασκαλία του εξυψώνει ξανά τη γυναίκα και το ρόλο της. Χαρακτηριστικά, τονίζει το άδικο του ενέχει ο Νόμος του Μωυσή ως προς τη γυναίκα, υπογραμμίζοντας: «λόγω της σκληροκαρδίας ημών, επέτρεψε ημίν (ο Μωυσής) απολύσαι τα γυναίκας ημών». Δε δίστασε να συναναστραφεί γυναίκες ελευθέρων ηθών (πόρνες), να συνομιλήσει με τη Σαμαρείτιδα, να συγχωρέσει τη μοιχαλίδα. Η στάση του αυτή έδειξε με άμεσο κι έμμεσο τρόπο, πως θεωρούσε ισότιμη και ισάξια τη γυναίκα με τον άνδρα. Μία σάρκα, μία ψυχή! Επιπλέον, ανάμεσα στον ευρύ κύκλο των μαθητών του δεν υπήρχαν μόνο άνδρες, αλλά και γυναίκες.

Η εκτίμηση που δείχνει η Καινή Διαθήκη (ΚΔ) στη γυναίκα γίνεται φανερή και με παραστατικό τρόπο μέσα από την τιμή που αποδίδεται από τους Πατέρες στην Θεοτόκο. Τη Παναγία μας! Την αποκαλούν «νέα Εύα», που μέσω της υπακοής, της αγιότητας και του ενάρετου υποδειγματικού βίου της κατόρθωσε να γίνει ο δίαυλος επικοινωνίας, η γέφυρα, μέσω της οποίας, το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδας, ο θείος Λόγος ενανθρωπίστηκε, για να σώσει τον άνθρωπο από την αμαρτία και τα αέναα δεσμά του θανάτου. Λυτρώνοντας τον άνθρωπο από την εξουσία του βροτοφάγου δαίμονος, χαρίζοντας του τη δυνατότητα της αντικειμενικής σωτηρίας του και της επανένωσής του με τον Τριαδικό Θεό. Ο Θεός δεν βρήκε στο πρόσωπο της Παναγίας απλά μόνο ένα κατάλληλο όργανο, όπως ο γλύπτης ψάχνει να βρει το κατάλληλο εργαλείο που να εξυπηρετεί στην επιτυχή υλοποίηση του λαξεύματος, αλλά βρήκε ένα ξεχωριστό και ικανό συνεργάτη, ένα συμπαραστάτη, μία ελπίδα που μπορούσε να συμβάλει με επιτυχία στο έργο της θείας Οικονομίας.

Πολλοί Πατέρες της Εκκλησίας υποστήριξαν άρρηκτα, με παραστατικό τρόπο την ισότητα των γυναικών με εκείνη των ανδρών. Δυο αιώνες πριν την αιρετική (Παπική) σύνοδο της Macon, στην οποία αναρωτήθηκε αν η γυναίκα έχει τελικά ψυχή κι αν είναι ή όχι κατώτερο ον από τον άνδρα, ο άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων γράφει ότι η ψυχή της γυναίκας και η ψυχή του άντρα είναι όμοιες και ίσες: «όμοιες είναι όλες οι ψυχές και των ανδρών και των γυναικών, μόνο τα μέλη του σώματος είναι διαφορετικά». Ο Άγιος Γρηγόριος ο ΝανζιανζηνόςΘεολόγος) καταφέρεται εναντίον των ισχυόντων νόμων του κράτους, που ευνοούσαν τους άνδρες και τιμωρούσαν τις γυναίκες, λέγοντας: «Για ποιο λόγο τιμωρούν τη γυναίκα ενώ συγχωρούν τον άνδρα; Και η μεν γυναίκα όταν προσβάλει την κοίτη του άντρα διαπράττει μοιχεία, και ο νόμος την τιμωρεί με βαριές ποινές γι’ αυτό, ενώ ο άντρας, όταν πορνεύει με άλλες γυναίκες, γιατί να μένει ατιμώρητος; Αυτή τη νομοθεσία δεν την δέχομαι και τη συνήθεια αυτήν την καταδικάζω. Άντρες ήταν εκείνοι οι οποίοι έκαναν τους νόμους, και γι’ αυτό η νομοθεσία στρέφεται κατά των γυναικών (…). Ο Θεός όμως δεν έκανε κάτι τέτοιο, αλλά είπε: «Τίμα τον πατέρα σου και την μητέρα σου», που είναι εντολή πρώτη, «ώστε να σου πάνε όλα καλά». Και: «όποιος κακολογεί τον πατέρα ή τη μητέρα του, να θανατώνεται». Και: «ευλογία πατρός στηρίζει τους οίκους των τέκνων, ενώ η κατάρα της μητρός εκριζώνει τα θεμέλια».

Ο Άγ. Κοσμάς ο Αιτωλός (γνωστός κι ως Πατροκοσμάς, 1714 – 1779) γράφει: «Ακόμη να προσέχετε οι άντρες να μη κοιτάζετε τις γυναίκες σας με άγριον μάτι δια πολλές αιτίες μάλιστα πως δεν κάνουν παιδιά και λέγετε τάχα πως έχετε κατάραν». Επιπλέον: «Πρέπει και εσύ, ω άνδρα αδελφέ μου, να μην μεταχειρίζεσαι την γυναίκα σου ωσάν σκλάβα, διότι πλάσμα του Θεού είναι και εκείνη, καθώς είσαι και εσύ» και: «Άκουγε, αδελφέ μου, της γυναικός σου την συμβουλήν και, αν είναι καλή, κάμε τη, ειδέ και δεν είναι καλή, μην την κάμης». Ο Κοσμάς ο Αιτωλός συμβουλεύει να μην δυσανασχετούν οι σύζυγοι με θηλυκά τέκνα: «να μην προτιμάτε τα αρσενικά παιδιά σας από τα θηλυκά, διότι όλα πλάσματα του Θεού είναι». «Και να μην το κάμνετε καθώς το έκαμεν ένας τρελλός και ανόητος˙ διότι δεν έκαμεν η γυναίκα του παιδιά, την εχώρισε και επήρε άλλη, και άλλος πάλιν διότι δεν του έκαμνε η γυναίκα του αρσενικά παιδιά, μόνο θηλυκά, την εχώρισε». Επιπλέον, ο Κοσμάς ο Αιτωλός αρνείται με άρρηκτο τρόπο, τον γάμο της κοπέλας με το ζόρι, αν αυτή δεν συναινούσε: «Ομοίως ρώτα και την νύμφη: Θέλεις εσύ, Μαρία, τον Ιωάννη δια άνδρα (…) και ωσάν ειπή πως δεν τον θέλει, ο παπάς να μη βάλη χέρι να τους στεφανώση, διότι κολάζονται. Αν είναι με το θέλημα και των δύο, ετότες να τους στεφανώση». Ο Άγιος απευθύνεται και στη πλευρά του άντρα: «κι αν καμμίαν φοράν σου φταίη η γυναίκα σου, μην την ξεσυνερίζεσαι και να στοχάζεσαι και τα καλά της γυναικός σου και όχι μόνον τα κακά και να στοχάζεσαι και τα κακά τα εδικά σου».

Η παρουσία του γυναικείου φύλου και κατ’επέκταση ο θεσμός της γυναίκας, καθίσταται από τη φύση της ιδιαίτερα απαραίτητη σχεδόν σε όλους τους τομείς της καθημερινής ζωής, ενώ αποτελεί τον «ακρογωνιαίο λίθο» για το σύγχρονο τρόπο σκέψης και πλάσης του συναισθήματος. Η συμβολή της γυναίκας, αρχικά ως μητέρα, έχει λάβει διαστάσεις μείζονος σημασίας – ιδιαίτερα για τον ελληνικό τρόπο ζωής – που την καθιστά ως την κύρια πηγή κι αρωγό για τη ψυχική υγεία της οικογένειας. Είναι αυτή που συμβάλλει στη διαπαιδαγώγηση, αλλά συγχρόνως και στη διαμόρφωση της προσωπικότητας και του χαρακτήρα των παιδιών. Είναι αυτή, που μεγαλώνει τους αυριανούς πολίτες και φροντίζει να έχουν σωστή, άρτια και πολιτισμένη συμπεριφορά απέναντι στους άλλους (συμπολίτες τους), να είναι έντιμοι, σωστοί, οξυδερκείς και ισορροπημένοι άνθρωποι.

Σημαντική είναι η συμβολή της γυναίκας και ως συζύγου στο πλαίσιο της ιερής ενώσεως του γάμου. Όταν η γυναίκα δεσμεύεται, συμμετέχει ισότιμα με τον άνδρα στα «προς το ζην», στις υποχρεώσεις της οικογένειας, τις οποίες βέβαια οφείλουν να προσπαθήσουν, όσο το δυνατόν περισσότερο, να τις φέρουν εις πέρας και οι δυο μαζί ενωμένοι χωρίς να προβάλουν συνεχώς διενέξεις και αντιπαλότητες. Η γυναίκα ως σύζυγος είναι συνεργάτιδα, συμβοηθός, πρόσωπο που παρέχει απλόχερα το έργο της, ώστε η οικογένεια να ανθίζει και να ευημερεί ολοένα και περισσότερο. Η γυναίκα στο πλευρό του άνδρα λειτουργεί σαν σύμβουλος, συμπαραστάτης, ως ο καλύτερος συνεργάτης κι επιστήθιος φίλος του. Τον εμπνέει και τον επηρεάζει προς μια θετική κατεύθυνση, στο να βελτιωθεί, του δίνει τη δυνατότητα να ανυψωθεί και ουσιαστικά τον συμπληρώνει. Άλλωστε, το επιβεβαιώνει και η γνωστή ρήση που λέει: «Πίσω από κάθε πετυχημένο άνδρα βρίσκεται μια γυναίκα, και πίσω από αυτήν βρίσκεται η γυναίκα του». Μία σύντροφος, η οποία στηρίζει και εμψυχώνει τον σύντροφο της – ιδιαίτερα στις δύσκολες κι αντίξοες πτυχές της ζωής του – μπορεί να του αλλάξει με απίστευτη ροπή την ζωή. Και όχι όταν κρύβεται πίσω του, αλλά ιδιαίτερα όταν στέκεται δίπλα του σαν ίση, σαν ισότιμη, σαν σύμμαχος απέναντι στις προκλήσεις της ζωής! Πράγμα, που το επισημαίνει κι ο Έλληνας καθηγητής θεολογίας Γ. Πατρώνος στο βιβλίο του: «Ο γάμος στη θεολογία και στη ζωή», λέγοντας ότι η γυναίκα οφείλει να είναι βοηθός του άνδρα με μια έννοια «σωτηριολογική». Να υπάρξει «συμπαραστάτης και συμπορευτής του στη δύσκολη πορεία για τελείωση και ένωση με τον Θεό». Επιπρόσθετα, ο Απ. Παύλος υπογραμμίζει: «Ἡγίασται ὁ ἀνήρ ὁ ἄπιστος ἐν τῇ γυναικί, καί ἡγίασται ἡ γυνή ἡ ἄπιστος ἐν τῷ ἀνδρί». Δηλαδή η γυναίκα γίνεται «βοηθός» σωτηρίας για τον άνδρα κι ο άνδρας, παράλληλα, γίνεται «βοηθός» σωτηρίας αντίστοιχα για τη γυναίκα. Αλληλοσυμπληρώνονται!

Αναμφισβήτητα, η γυναίκα ως ύπαρξη, ως θηλυκή οντότητα και υπόσταση, αποτέλεσε εξέχοντα ρόλο στο διάβα της σε όλες της πτυχές κι εκφάνσεις της ιστορίας! Αυτό πρέπει να αποτελέσει ορόσημο. Ένα σημείο καμπής για την ανθρώπινη ιδιοσυγκρασία κι ανωτερότητα της ανθρώπινης φυλής. Ο σεβασμός μεταξύ των δύο φύλων δεν είναι μια εύκολη υπόθεση. Η φύση έδωσε ξεχωριστά χαρίσματα τόσο στον άνδρα, όσο και στη γυναίκα. Μαζί όμως θα δημιουργήσουν εκείνες τις προοπτικές που θα τους κάνουν συνοδοιπόρους στο κοινό αγώνα για ηθική και πνευματική επιβίωση και καταξίωση. Μαζί θα επιτελέσουν το δύσκολο αυτό έργο! Μαζί θα ενώσουν το πάζλ των αναγκών, των υποχρεώσεων και των δικαιωμάτων τους πάνω στο μεγάλο τραπέζι της ζωής!

Αισθάνομαι βαθιά την ανάγκη να αναφέρω στον επίλογό μου ένα απόσπασμα για αυτή την ξεχωριστή γυναικεία παρουσία, την Υπατία, την Ελληνίδα νεοπλατωνική φιλόσοφο, μαθηματικό κι αστρονόμο, η οποία συγκλόνισε τον τότε γνωστό κόσμο της αρχαιότητας με τη πολύπλευρη προσωπικότητα, τη ταπεινοφροσύνη του μυαλού της και την ευγλωττία του πνεύματός της. Στην ιστορία των επιστημών, επί 15 αιώνες αποτέλεσε τη μοναδική γυναίκα που συναντάμε και η πρώτη που δίδαξε δημόσια, αποτελώντας αδιαμφισβήτητο σύμβολο της ισότητας των φύλων, ούσα ταυτόχρονα και μάρτυρας της γνώσης. Στην περίφημη «Εγκυκλοπαίδεια» που εξέδωσαν το 1751 ο Γάλλος φιλόσοφος Ντιντερό με τον Γάλλο μαθηματικό και μηχανικό Jean Baptiste le Rond d’Alembert (Ζαν Μπατίστ λε Ροντ ντ’ Αλαμπέρ, 1717 – 1783), η Υπατία εξυμνείται ως πρόδρομος του ρεύματος του Διαφωτισμού, ενώ δεν είναι λίγες οι φορές, μέχρι και σήμερα, που είναι η μόνη γυναίκα που αναφέρεται στην ιστορία της αστρονομίας και των μαθηματικών. Ο ποιητής κι επιγραμματοποιός Παλλαδάς ο Αλεξανδρεύς (4ος μ.Χ. αιών) έγραψε τον «Ύμνο εις την Υπατίαν», όπου χαρακτηριστικά λέει: «Στην Υπατία, που στην λάμψη σου, στα λόγια σου κλίνω γόνυ και υψώνω το βλέμμα μου προς τον έναστρο ουρανό του πνεύματός σου. Γιατί προς τον ουρανό τοξεύει η πράξη σου, προς τον ουρανό οδηγεί των λόγων σου η ομορφιά, θεϊκή Υπατία. Ω συ των πνευματικών επιστημών υπέρλαμπρο αστέρι».

 


Βλάχος Σταμάτιος – Στυλιανός _ MSc. Περιβαλλοντολόγος, διαχείριση ενέργειας & περιβάλλοντος, μέλος Οικολογικής Συνεργασίας Δήμου Παλαιού Φαλήρου ECO+