Μη σπρώχνεστε. Υπομονή!

Ο χρόνος ποτέ πίσω δεν γυρνά… 

 

Γράφει ο Χρήστος Γκερέκος

Η ζωή ημών των θεωρούμενων προνομιούχων -τάχα- Αθηναίων επειδή ζούμε στην ωραία μας πρωτεύουσα, πάρα το ένδοξο της παρελθόν και τα αξιοθέατά της… (τον Παρθενώνα, το Ζάππειο, την γραφική της Πλάκα κ.λπ.) δεν είναι και τόσο ρόδινη όσο την νομίζουν οι έχοντες όνειρο ζωής να γίνουν Αθηναίοι. Χαρακτηρίζεται από μια αγχώδη βιασύνη σε όλα. Λες και μια αόρατη απειλή, κάτι σαν ‘‘τσουνάμι’’, μας κυνηγάει όλους και τρέχουμε να τρυπώσουμε κάπου για να προφυλαχτούμε!

Ξυπνάμε το πρωί, πετιόμαστε απ’ το κρεβάτι και ‘‘ντούκα-πρό’’, ποιος θα προλάβει πρώτος να μπει στο μπάνιο. Στα όρθια το πρωϊνό καφεδάκι, δυο γουλιές στα πεταχτά, ενώ κουμπώνουμε το γιακά και δένουμε τη γραβάτα στα σβέλτα, όσοι παλιομοδίτες φοράμε ακόμη γραβάτα βέβαια…

Βγαίνουμε από την πόρτα του σπιτιού μας με το ένα μανίκι του σακακιού φορεμένο και προσπαθούμε, με αστείες κινήσεις σαν να παλεύουμε, να φορέσουμε τρέχοντας και το άλλο, για να προλάβουμε το λεωφορείο, το ταξί, το μετρό. Σπάνια θα συναντήσεις Αθηναίο να περπατάει φυσιολογικά. Μπαίνουμε στο μέσο μεταφοράς που μας βολεύει σπρώχνοντας και σπρωχνόμενοι με όσους προσπαθούν να μπουκάρουν κι αυτοί από την πόρτα του και, μόλις φτάσει στη στάση που θέλουμε να κατεβούμε και ανοίξει η πόρτα, »χυνόμαστε» με ένα πήδημα στο δρόμο, σπρώχνοντας και πάλι ο ένας τον άλλον, ρίχνοντας ματιές στο ρολόι με αγωνία για να δούμε αν θα προλάβουμε να χτυπήσουμε έγκαιρα την “κάρτα.” Αν δεν την έχει χτυπήσει ήδη κάποιος καλός συνάδελφος, όπως κάνουμε κι εμείς για εκείνον, όταν τον πάρει κάποια μέρα ο ύπνος…

Αλλά, και στο γραφείο, όλοι βιάζονται! Βιάζονται να τηλεφωνήσουν. Βιάζονται να πεταχτούν σε τράπεζες και οργανισμούς. Βιάζονται να τακτοποιήσουν υποθέσεις. Βιάζονται να αγοράσουν, να πουλήσουν, να κλείσουν, να ακυρώσουν, να παραπονεθούν… βιάζονται γενικώς! Βιάζονται όλοι και για όλα. Βιάζονται για να βιάζονται…(!) Και σου ζητούν -σχεδόν απαιτούν- να βιαστείς κι εσύ μαζί τους γιατί, αυτό που θέλουν και σου ζητούν, ‘‘θα το ήθελαν έτοιμο και διεκπεραιωμένο …χθες!’’

Γυρνάμε το απόγευμα στο σπίτι με την ίδια “ευχάριστη” συγκοινωνιακή διαδικασία και, πριν ακόμη καθίσουμε για φαγητό στο τραπέζι, χαρτί μολύβι και κομπιουτεράκι να λογαριάσουμε αυτά που σκεφτόμαστε και τη νύχτα και δεν μας πιάνει ύπνος. Πότε τελειώνει ο μήνας, πότε θα πληρωθούμε για ν’ αντιμετωπίσουμε τα τρέχοντα και, για να πάμε και στα παραπέρα τα πιο χοντρά, πώς θα πάρουμε το ‘‘στεγαστικό’’ για να φύγουμε επιτέλους από το νοίκι!…

Πώς θα βοηθήσουμε τα παιδιά να τελειώσουν τις σπουδές τους, για να ‘‘μπουν σε μια σειρά’’, να τα παντρέψουμε και να δούμε εγγονάκια. Να βγούμε ύστερα κι εμείς κάποια στιγμή στη σύνταξη. Να πάρουμε και το εφ’ άπαξ, αν εν τω μεταξύ δεν έχει μειωθεί ή καταργηθεί, για να κλείσουμε καμία τρύπα και όλο διώχνουμε πίσω μας τον χρόνο, χωρίς να συνειδητοποιούμε ότι δεν είναι ο χρόνος που φεύγει αλλά εμείς είμαστε αυτοί που φεύγουν…

Ούτε ο σκληρός και αδυσώπητος καθρέφτης δεν μας προσγειώνει στην πραγματικότητα. Ρυτίδες αυλακώνουν τα πρόσωπά μας κι ύστερα μας φταίει η ξυριστική μηχανή που δεν πιάνει καλά τα γένια στις λακκούβες…

Τα μαλλιά ασπρίζουν και αραιώνουν. Το κορμί χάνει την παλιά υπερήφανη στάση του και κυρτώνει. Κι εμείς; Εμείς τον χαβά μας! Τρέχουμε!

Τρέχουμε λαχανιασμένοι, αφήνοντας πίσω μας την άνοιξη της ζωής, το καλοκαίρι της, το φθινόπωρό της και βαδίζουμε, πάντα τρέχοντας, για τον βαρύ της χειμώνα!

Σιγά φίλοι μου!… Σιγά! ‘‘Μη σπρώχνεστε! Όλοι θα πάρετε!’’, όπως έλεγε κι ο παλιός σαλεπιτζής της οδού Αθηνάς, στους βιαστικούς που σπρώχνονταν γύρω του κάθε πρωί, για ν’ αρπάξουν το ζεστό σαλέπι από το χέρι του και να το πιούν σαν μαλακτικό, τρέχοντας για τη δουλειά.

Σαλέπι είπαμε, και θυμηθήκαμε την παλιά Αθήνα! Ίσως όχι εκείνην του Περικλή που στο γνωστό άσμα ο στιχουργός τού γράφει: “πού ’σαι καημένε Περικλή, να ’ρθείς να σεργιανίσεις και την Αθήνα σου να δεις, να μη την(ε)γνωρίσεις!” Αλλά, και πώς να την γνωρίσει(;) ακόμη και όποιος την έζησε την δεκαετία του ’50…;;(!!)

Τότε που υπήρχαν ακόμη οι μονοκατοικίες, με τις αυλές τους τις γεμάτες γιασεμιά και μπουγαρίνια να μοσχοβολούν. Τότε που γνώριζες τον γείτονά και φίλο σου με το μικρό του όνομα, ενώ τώρα δεν ξέρεις ποιος μένει στο απέναντι από σένα διαμέρισμα ή τι γλώσσα είναι αυτή που ακούς να μιλάει… Τότε που η γλυκόλαλη κιθαρίτσα σκόρπιζε χαρά και ευτυχία με τις βραδυνές σερενάτες των ερωτοχτυπημένων κάτω από τα μπαλκόνια των “σκορδόπιστων” κοριτσιών τους!

Μην τρέχετε φίλοι!… Όλοι θα φτάσουμε στο ‘‘τέρμα’’, όπως έφτασαν κι εκείνοι που τα κατάφεραν και πλούτισαν, είτε επειδή μόχθησαν είτε και όχι. Κι’ εκείνοι, όταν χτύπησε το καμπανάκι τους, “έφυγαν’’. Μόνο που δεν κατάλαβαν σε τι τους ωφέλησαν το άγχος, τα τρεξίματα, ακόμη και τα πλούτη που άφησαν πίσω τους σε άλλους, αντί να εφαρμόσουν τη σοφή συμβουλή “σπεύδε βραδέως”…

Μακάρι να γίνει ένα θαύμα και να αλλάξει κάτι προς το καλύτερο, ώστε τα παιδιά μας να νοσταλγούν το δικό τους σήμερα όπως νοσταλγούμε κι εμείς το καλύτερό μας χτες. Μακάρι!…