Η πιο σκοτεινή μας ώρα!

 

Γράφει ο Βλάχος Σταμάτιος – Στυλιανός

«Οι άνθρωποι που πάνε μπροστά σε αυτόν τον κόσμο, είναι αυτοί που σηκώνονται, αναζητούν τις συνθήκες που θέλουν, κι αν δεν τις βρουν, τις διαμορφώνουν μόνοι τους.»George Bernard Shaw, 1856 – 1950, Ιρλανδός συγγραφέας, βραβείο Νόμπελ 1925

 

Στίβεν Χόκινγκ! Μία μεγάλη μορφή του επιστημονικού κι ακαδημαϊκού κόσμου, μία μεγάλη ιδέα, ένας άρτιος και διαφανής άνθρωπος. Ο περίοπτος

επιστήμονας που τάραξε τα νερά της παγκόσμιας αστροφυσικής με τις επαναστατικές και τις άκρως ενδιαφέρουσες ανακαλύψεις και θεωρίες του. Ο λόγος του εξέπεμπε μία θελκτικότητα και μία σαγήνη. Αναζητούσες εκείνες τις λέξεις που θα έλεγε σε απειροελάχιστο χρόνο  και που θα σε έκαναν να νοσταλγείς τη χαμένη σου παιδικότητα κι εφευρετικότητα, μέσα από τον κόσμο των άστρων, της επιστήμης και του παραμυθιού. Αναζητούσες νέες διόδους γνώσης, σκέψης, αλλά και πνευματικής αναγέννησης μέσα από τις διαλέξεις που πραγματοποιούσε. Ο άνθρωπος που προσπάθησε να μας βάλει στο νόημα της θεωρίας του παντός, είχε σίγουρα το δικαίωμα να μιλήσει για τα πάντα!

Ο Stephen William Hawking (Στήβεν Γουίλιαμ Χόκινγκ, 1942 – 2018) ήταν Βρετανός θεωρητικός φυσικός, κοσμολόγος, συγγραφέας και Διευθυντής Ερευνών στο Κέντρο Θεωρητικής Κοσμολογίας που υπάρχει στο Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ (University of Cambridge). Διετέλεσε επίτιμος συνεργάτης της Βασιλικής Εταιρείας των Τεχνών, ισόβιο μέλος στην Επισκοπική Ακαδημία Επιστημών, κι έγινε αποδέκτης του Προεδρικού Μεταλλίου της Ελευθερίας, το υψηλότερο πολιτικό βραβείο που υπάρχει στις Ηνωμένες Πολιτείες. Είχε συντάξει πλήθος επιστημονικών δημοσιεύσεων κι εργασιών εκλαϊκευμένης επιστήμης, στις οποίες πραγματοποιούσε συζητήσεις στις θεωρίες αστρονομίας και στην κοσμολογία του γενικά. Το βιβλίο του, Το «Χρονικό του Χρόνου», έμεινε στη λίστα με τα best-seller της Βρετανικής Sunday Times για πολλές εβδομάδες (237!). Σημαντικές εργασίες διετέλεσε επάνω σε θεωρήματα βαρυτικής μοναδικότητας, στα πλαίσια της γενικής σχετικότητας και τη πρωτοπόρα του έρευνα και μελέτη στη θεωρητική πρόβλεψη και μοντελοποίηση, ότι οι μαύρες τρύπες εκπέμπουν κάποιου είδους ακτινοβολία (τιμητικά καλείται κι ως ακτινοβολία Χόκινγκ), ενώ διατήρησε δημόσιο το προφίλ του, κάνοντας με αυτό το τρόπο την επιστήμη προσιτή σε ένα ευρύτερο κοινό.

 

Η μοίρα όμως, επεφύλαξε άσχημο παιγνίδι για τον θεωρητικό κοσμολόγο. Ο Χόκινγκ είχε να αντιμετωπίσει την αυξανόμενη αδεξιότητα κατά τη διάρκεια του τελευταίου έτους του στην Οξφόρδη, συμπεριλαμβανομένης μιας πτώσης σε σκαλοπάτια και δυσκολίες στην κωπηλασία. Τα προβλήματα επιδεινώθηκαν, η ομιλία του έγινε ελαφρώς μπερδεμένη, έχανε τα λόγια του, ενώ η οικογένειά του παρατήρησε εκείνες τις αλλαγές όταν επέστρεψε στο σπίτι για τον εορτασμό των Χριστουγέννων. Οι ιατρικές εξετάσεις άρχισαν. Ο Χόκινγκ διαγνώστηκε με τη νόσο του κινητικού νευρώνα (αμυοτροφική πλευρική σκλήρυνση, αγγλικά: Amyotrophic Lateral Sclerosis – ALS), μία εκφυλιστικού τύπου διαταραχή του νευρικού συστήματος, όπου χαρακτηρίζεται από σπαστικότητα, δεσμιδώσεις και προοδευτική μυϊκή αδυναμία. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα δυσκολία στην ομιλία, τη κατάποση, διακοπή της αναπνοής και εν τέλει θάνατος. Η νόσος λογίζεται ως ανίατη. Μετά τη διάγνωση, ο Χόκινγκ έπεσε σε βαριά κατάθλιψη. Όλα γύρω του φάνταζαν απόμακρα, παγερά, δίχως αξία, δίχως νόημα. Για αυτόν, ήταν η πιο σκοτεινή του ώρα! Όμως, δε το έβαλε κάτω. Το πάθος του για την αστροφυσική και τη κοσμολογία, η απέραντη γοητεία που εξέπεμπε ο κόσμος των μαθηματικών και της φυσικής και η αγνή αγάπη για τη σύντροφό του, στάθηκαν αρωγοί στο να δυναμώσει ηθικά, πνευματικά και να συνεχίσει να δουλεύει ακατάπαυστα στο να επιτελέσει το μακρόπνοο έργο του για την ανακάλυψη και την επιστημονική ερμηνεία των μυστικών του σύμπαντος, παρά τον τρομερό εφιάλτη της ανίατης ασθένειάς του.

 

Γιατί σας τα λέω όμως όλα αυτά; Επειδή, κάλλιστα θα μπορούσε να παραλληλιστεί η τραγική κι ανίατη κατάσταση που με τόσο βάναυσο τρόπο δέχθηκε από τη μοίρα ο διάσημος θεωρητικός αστροφυσικός, με εκείνη, τη σκοτεινή, τη τελματώδη κατάσταση, στην οποία βρίσκεται η πατρίδα μου, η Ελλάδα τη τωρινή περίοδο! Ναι, έτσι είναι. Έτσι έχουν τα πράγματα! Η Ελλάδα διανύει μία περίοδο κρίσεως, η οποία μπορεί να χαρακτηρισθεί δυσοίωνη και ζοφερή, καθώς αντιβαίνει όλες τις διαβαθμίσεις και πτυχές του σύγχρονου ελληνικού βίου και στέκεται απέναντι από την Ελληνίδα κι Έλληνα πολίτη αυτής της χώρας. Το ελληνικό κράτος στέκεται απέναντι από τον ίδιο του τον εαυτό, απέναντι από την ίδια του την ύπαρξη και υπόσταση. Πολεμά τον εθνικό του χαρακτήρα και διαρκώς τον συκοφαντεί, με σκοπό να διαφθείρει και να εκμηδενίσει τη πολύπλευρή και πολυμήχανη, γεμάτη αρετές προσωπικότητά του. Το κράτος διαβάλλει συνεχώς εναντίον της πολιτισμικής του κληρονομιάς και του ήθους του, εναντίον της μακραίωνης κι ένδοξης ιστορίας του, εναντίον της κρατικής υπόστασης του, εναντίον της αξιοπρέπειάς του, με αποτέλεσμα να καταστεί με αυτό το τρόπο μη παραγωγικό και μη άρτιο. Θα δημιουργήσει εκείνες τις συνθήκες που θα σταθούν αποτρεπτικές και θα αναμοχλεύσουν τακτικές απύθμενου παρακρατισμού και δυσφήμησης της αξιοπρέπειας των Ελλήνων πολιτών. Θα κατασκευάσουν οδοφράγματα στις συνειδήσεις, τη γνώση, την ελεύθερη βούληση και σκέψη των επόμενων γενεών. Αναμφίβολα, πρόκειται για τη πιο σκοτεινή μας ώρα!

 

Πολλές φορές έχουμε γίνει θεατές, είτε συνειδητοποιημένα, είτε άθελά μας, της σύγχρονης ελληνικής οδυνηρής πραγματικότητας. Τα περιστατικά που επιβεβαιώνουν αυτή την ζοφερή κι ανίατη κατάσταση, στη πλειονότητά τους είναι τραγελαφικά, που όμως κάτω από τον μανδύα τους κρύβουν τη ζωντανή απόδειξη μίας πολιτείας και μίας κοινωνίας που βρίσκεται σε τελμάτωση και στο τελικό στάδιο της σήψεως. Αυτά τα τραγικά γεγονότα που λαμβάνουν χώρα στο ελληνικό έδαφος, μετατρέπονται με τη σειρά τους σε αρωγούς απαισιοδοξίας κι αρνητικών επιπτώσεων, στις οποίες τελικοί αποδέκτες είναι οι ίδιοι οι πολίτες. Δημιουργούν κλίμα αρνητισμού, ίντριγκας και μη συμπαγούς κι αποτελεσματικού μάνατζμεντ σε χώρες του εξωτερικού. Η εικόνα μίας χώρας που βαίνει σε ατραπούς μη ελπιδοφόρες, μη κερδοφόρες για εκείνη και τους κατοίκους της, σε ατραπούς που οδηγούν σε άγονες κοιλάδες, παρέχει την εικόνα μίας πολιτείας στείρας κι ακατάλληλης για οικονομική ευημερία, ακατάλληλης για την ύπαρξη κοινωνικής ευμάρειας και τη δημιουργία πρόσφορου εδάφους για γεωπολιτική συνεργασία με άλλες χώρες.

 

Πορείες, διαδηλώσεις κι απεργιακές κινητοποιήσεις αμέτρητες φορές έχουν πραγματοποιηθεί με σκοπό την ικανοποίηση αιτημάτων, οι οποίες συχνά καταλήγουν σε έντονες διαφωνίες, βίαιους προπηλακισμούς μεταξύ των ίδιων και των αστυνομικών δυνάμεων ή άλλων ομάδων και γίνονται η αιτία να διαταράζουν την ομαλή λειτουργία της ελληνικής κοινωνίας, των πολιτών. Δεν είναι λίγες οι φορές που υπάρχουν εκτεταμένες φθορές και καταστροφές σε πεζοδρόμια κι οδοστρώματα, σε αυτοκίνητα και μέσα μαζικής μεταφοράς, σε τραπεζικά μηχανήματα αυτόματης ανάληψης (ΑΤΜ), σε σταθμούς του μετρό και του ηλεκτρικού, σε εισόδους πολυκατοικιών και σπιτιών. Στη σύνθεση του μωσαϊκού έρχονται να συμπληρωθούν και οι μειονοτικές ομάδες (αναρχικοί, αντιεξουσιαστές, οικοαναρχικοί, αντισπισιστές-βήγκαν, αριστερού και δεξιού τύπου τρομοκρατικές οργανώσεις), που με σχολαστική ευλάβεια διεκπεραιώνουν το απατηλό έργο τους για καταλήψεις παλαιών νεοκλασικών κτιρίων και τη μετατροπή ακαδημαϊκών χώρων σε στέκια παράνομης εμπορίας ναρκωτικών ουσιών, εμπορίου όπλων κι άλλων ειδών. Έξαρση της εγκληματικότητας – ιδιαίτερα στα μεγάλα αστικά κέντρα – με διαρρήξεις και καταστροφές σπιτιών, με βασανισμούς πολιτών από ληστές, εκτεταμένη βία, ξεκαθαρίσματα λογαριασμών και μικροφθορές σε πλατείες της Αθήνας (Μοναστηράκι, Βικτωρίας, Βάθη), διακίνηση νέων τύπων ναρκωτικών από αταυτοποίητους λαθρομετανάστες, καθώς  και η ολοένα αυξανόμενη εισροή μεταναστών – λαθρομεταναστών από χώρες της Μέσης Ανατολής και της Βορείου Αφρικής, έρχονται να προσθέσουν το κερασάκι στη τούρτα της ανομίας και της αποσύνθεσης μίας χώρας.

 

Η πολιτική ηγεσία του τόπου βρίσκεται σε ένα πρώιμο νηπιακού επιπέδου στάδιο διεκπεραίωσης ζητημάτων εξωτερικής κι εσωτερικής πολιτικής που αφορούν την εθνική μας κυριαρχία και υπόσταση, ενώ παρατηρείται και μία ιδιοτελής διευθέτηση σημαντικών θεμάτων που ως προς τη κοινωνική πολιτική. Κρίνεται ανέτοιμη κι αφελής να αντιμετωπίσει τις ολοένα αυξανόμενες και κλιμακούμενες προκλήσεις που έχουν να κάνουν με την ασφάλεια της ελληνικής επικράτειας, ενώ διακρίνονται ατέλειες ως προς την άσκηση άρτιας αποτρεπτικής πολιτικής σε χώρες που διακρίνονται για τις επεκτατικές βλέψεις τους (παράδειγμα: Τουρκία, Αλβανία). Η Ευρωπαϊκή Ένωση (Ε.Ε.), ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών (Ο.Η.Ε.) και ο Οργανισμός Βορειοατλαντικού Συμφώνου ή Βορειοατλαντική Συμμαχία (αγγλικά: North Atlantic Treaty Organization – ΝΑΤΟ), δεν κατέχουν την ακριβή και την εις βάθος αντίληψη και γνώση επί του ζητήματος, της προκλητικότητας και των ψευδών δηλώσεων των Τούρκων πολιτικών και στρατιωτικών αξιωματούχων, περί κατάληψης νησιωτικών συμπλεγμάτων (νησιά Βορειοανατολικού Αιγαίου, Δωδεκάνησα) από Έλληνες.

 

Οι δηλώσεις της ΕΕ – για το συγκεκριμένο επίμαχο θέμα – είναι επιφανειακές, δίχως βαθύτερη γνώση και κατανόηση του ενδεχόμενου κινδύνου εμπλοκής της Ελλάδας σε περιστατικά που ενέχουν πολεμική σύγκρουση με τη γείτονα χώρα. Παρατηρείται μία αναλγησία επί αυτού του άκρως σημαντικού ζητήματος και την αδυναμία διευθέτησης μίας καινοτόμας λύσης για μελλοντική συμφιλίωση ή τη πρόβλεψη συμπαγών μέτρων ασφαλείας έναντι της Τουρκίας. Το ΝΑΤΟ – ως ένας Πόντιος Πιλάτος – «νίπτει τας χείρας του», επισημαίνοντας πως πρέπει να βρουν οι δύο χώρες μόνες τους τη λύση μέσα από διαπραγματεύσεις και ειρηνική συζήτηση, δίχως την παραμικρή ανάμειξη του ΝΑΤΟ και των μηχανισμών του. Μάλιστα, στη δήλωση που εξήγγειλε ο Γ. Γραμματέας του Γενς Στόλτενμπεργκ, τόνισε ότι: «χαιρετίζω το γεγονός ότι οι δύο πρωθυπουργοί συνομίλησαν στο τηλέφωνο και απευθύνω έκκληση να συνεχιστούν οι επαφές έτσι ώστε να αποφευχθούν τέτοια περιστατικά στο μέλλον, να μειωθούν οι εντάσεις και να αποφευχθεί νέα κλιμάκωση», είπε, προσθέτοντας ότι οι δύο χώρες είναι «πολύτιμοι σύμμαχοι».

 

Διακρίνεται αναλγησία κι απαξίωση στους θεσμούς και στις βασικές διατάξεις του Συντάγματος, ενώ η παρέμβαση στη Δικαστική Εξουσία, ιδιαίτερα στους δικαστές του σώματος του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ) (λογίζεται ως η τρίτη εξουσία, μαζί με την Εκτελεστική που την ασκεί η Κυβέρνηση της χώρας και τη Νομοθετική που την ασκούν οι βουλευτές του Ελληνικού Κοινοβουλίου), αποτελεί μονόδρομο αποσταθεροποίησης του κράτους δικαίου. Η πολιτική δύναμη της κυβερνώσας παράταξης γίνεται ρίψασπις μπροστά στον διάτρητο κίνδυνο της παραβίασης των νόμων, της ισοπέδωσης του ελληνικού πατριωτισμού και της πολιτιστικής κληρονομιάς της χώρας. Σκάνδαλα, παράνομες θεσπίσεις νόμων (αντισυνταγματικοί) για απελευθέρωση μελών συμμοριών που είχαν καταδικαστεί για ένοπλες επιθέσεις σε οικίες και καταστήματα, υπερφίαλοι κι αλόγιστοι διορισμοί σε κάθε υπηρεσία του δημόσιου τομέα, περιστατικά υπολειτουργίας και βασικών ελλείψεων σε κάθε είδους στοιχειώδη εξοπλισμό σε κρατικές υπηρεσίες (παράδειγμα: νοσοκομειακές μονάδες, αστυνομικά τμήματα), μη σωστή κι αναποτελεσματική διαχείριση πόρων που επιχορηγούνται από κοινοτικά ταμεία, έρχονται να συνθέσουν το πάζλ της αμετροέπειας, της πολιτικής αφέλειας και της πλήρους ανικανότητας του κρατικού μηχανισμού που διέπει το ελληνικό κράτος. Η Δημοκρατία μας βρίσκεται σε καθολική τελμάτωση!

 

Όλα τα παραπάνω θλιβερά συμβάντα αποτελούν περίτρανα την αιτία στο να συντελέσουν ένα κλίμα οργής, θλίψης κι αγανάκτησης στον ελληνικό λαό. Μεγάλη μερίδα αυτού του λαού συχνά καταφεύγει σε λεκτικές αντιπαλότητες κι αψιμαχίες με συμπατριώτες του, σε έντονη καχυποψία, τη διατήρηση μίσους και φθόνου για τους «έχοντες» από τους «μη έχοντες», τη δημιουργία κακεντρεχών ιδεολογιών για τις απολαβές των κοινωνικών στρωμάτων, ενώ σε ευρύτερο πλαίσιο, μπορούμε να κάνουμε λόγο, ότι συντηρείται ένα κλίμα διχόνοιας. Μέσα από αυτές τις αλγεινές παραθέσεις και διαπιστώσεις μίας ερεβώδους κι εθελοτυφλικής πραγματικότητας ενός κράτους που παρακμάζει κι αργοπεθαίνει, μου γεννιούνται ορισμένα ερωτήματα. Οι Έλληνες μπορούμε να ξεπεράσουμε τα όποια εμπόδια, με απώτερο σκοπό την εξεύρεση ελπιδοφόρας λύσης και την αναδιάρθρωση της εθνικής μας συνείδησης και φρονήματος; Μπορούμε να παραμερίσουμε τις όποιες διαφορές μας και να αποτάξουμε τη διχόνοια, ώστε να αποκτήσουμε αυτοκριτική κι αυτογνωσία, να γίνουμε καλύτεροι άνθρωποι; Μπορούμε να ελπίζουμε σε ένα καλύτερο μέλλον; Μπορούμε να τα καταφέρουμε; Το άστρο της Ελλάδας θα μπορεί να λάμψει ξανά; Μπορούμε να φωτίσουμε το σκοτάδι που κατακλύζει τις ψυχές και το νου των Ελλήνων;

 

Η απαντήσεις στα παραπάνω ερωτήματα δεν μπορεί να χαρακτηρισθούν διόλου εύκολες. Απεναντίας, κρίνονται πολυσύνδετες, με πυκνό νόημα και σε ένα ορισμένο βαθμό πολύπλοκες. Απαιτούν το δικό τους χρόνο κατανόησης, τη δική τους πολυεπίπεδη ανάλυση κι ερμηνεία, πρωτίστως από εξειδικευμένους επιστήμονες και ιστορικούς, αλλά και από ανθρώπους που κατέχουν ηθικές αξίες, αρχές κι ένα επίπεδο συλλογισμού κι εθνικής ταυτότητας. Αναμφισβήτητα, η χώρα κατακλύζεται από ένα μεγάλο φάσμα πίεσης κι εντατικού χρέους ως προς την εξεύρεση αποτελεσματικών κι αποδεκτών λύσεων με απώτερο σκοπό την ψυχική και υλική ελάφρυνση των κατοίκων αυτού του τόπου. Το γνωρίζω κάλλιστα! Δεν είναι καθόλου εύκολο, λόγω της ιδιαιτερότητας της υφιστάμενης κατάστασης, των συνεχών και ποικίλων προβλημάτων που έρχονται στην επιφάνεια της επικαιρότητας κι εκτραχύνουν την ήδη άσχημη κατάσταση, της ιδιοσυγκρασίας του Έλληνα πολίτη. Αλλά και καθόλου δύσκολο! Όπως και τότε. Τον πρώτο καιρό του ξεκινήματος της Ελληνικής Επανάστασης ενάντια στη σκλαβιά και τη καταπίεση του Οθωμανικού ζυγού. Όταν με υψηλό φρόνημα, με απαράμιλλο αίσθημα δικαίωσης, με περίσσεια ανδρεία, τόλμη κι αποφασιστικότητα, δίχως να υπολογίζουν τις ζωές τους, οι Έλληνες αποφάσισαν να διεξάγουν ιερό πόλεμο για να ανακτήσουν τη χώρα τους, την Ελλάδα, την εθνική τους συνείδηση και υπόσταση, την εθνική τους τιμή κι αξιοπρέπεια, τα θέλω τους, μα πάνω από όλα να φωτίσουν με την Ελευθερία τους εκείνο το σκοτάδι, στο οποίο βρίσκονταν εγκλωβισμένοι!

 

Στα πρώτα χρόνια, την περίοδο 1821–1825, οι επαναστάτες μπόρεσαν να ελέγξουν τα γεωγραφικά διαμερίσματα του νότιου ελλαδικού χώρου (Πελοπόννησο, Στερεά Ελλάδα). Αυτό το κατάφεραν με μάχες κυρίως σε ορεινές περιοχές και πλαγιές με άτακτα (δηλαδή όχι οργανωμένα) στρατεύματα. Εκεί, ο οθωμανικός στρατός είχε τρομερή δυσκολία στο να τους αντιμετωπίσει αποτελεσματικά. Η άλωση της Τριπολιτσάς, όπου είχε την έδρα της η οθωμανική διοίκηση κι ο στρατός της Πελοποννήσου και η μάχη στα Δερβενάκια στάθηκαν ορόσημο στον αγώνα των Ελλήνων, με τον Κολοκοτρώνη να πετυχαίνει μία από τις πιο αποφασιστικές και καταλυτικές νίκες, όπου με βάση εκείνες, οι επαναστάτες κατάφεραν να παγιώσουν τη κυριαρχία τους στη Πελοπόννησο. Τη στρατηγική σημασία της κατάληψης της Τρίπολης περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον, είχε κατανοήσει ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Χάρη στην επιμονή, την αποφασιστικότητά και τη στρατηγική του, οι Έλληνες απέφυγαν την πολυδιάσπαση που είχε προταθεί από άλλους οπλαρχηγούς που στόχευαν στα μικρά μεσσηνιακά κάστρα και επικεντρώθηκαν σε έναν μεγάλο και κεντρικό στόχο, που θα βοηθούσε μετέπειτα στον ουσιαστικό έλεγχο της Πελοποννήσου και το ουσιαστικό ξεκίνημα της σταθεροποίησης και παγίωσης της κυριαρχίας.

 

Ακόμη και τότε, η τύχη βρίσκονταν απέναντί τους. Οι οιωνοί ήταν ακαθόριστοι και οι πιθανότητες ενάντια στη αποφασιστικότητα και την οργάνωσή τους. Ο άνεμος της ιδέας που έπνεε για ένα ανεξάρτητο κράτος – έθνος στεκόταν αντίθετος με τα πιστεύω τους. Κι αυτό γιατί, ο οθωμανικός στρατός διέθετε άρτια ισχυρό πεζικό κι αξιόμαχο ιππικό. Δεν είχε όμως οργανωμένες υπηρεσίες για να τον υποστηρίζουν και να τον εφοδιάζουν με συγκεκριμένο εξοπλισμό (πολεμοφόδια, σίτιση, ρουχισμό). Γι’ αυτό, όταν έφτανε ο χειμώνας, οπισθοχωρούσε στη βάση του, στο κέντρο διοίκησης. Αντίθετα, τον ελληνικό στρατό τον αποτελούσαν παλιοί κλέφτες κι αρματολοί, αλλά και αγρότες. Δεν διέθετε ιππικό και πυροβολικό, κυρίως όμως δεν είχε ενιαία διοίκηση, δηλαδή μία ηγεσία που να παίρνει αποφάσεις για όλους, το να ασκεί επιτελικές εντολές συγκεντρωτικού χαρακτήρα. Οι οπλαρχηγοί ανταγωνίζονταν μεταξύ τους και δύσκολα υπάκουαν στη νεοσύστατη κυβέρνηση που είχε δημιουργηθεί. Οι επαναστάτες προτιμούσαν να πολεμούν σε ορεινές περιοχές με λόφους και βουνά, σε στενά περάσματα, σε γεφύρια, από όπου μπορούσαν να επιτεθούν ή να ξεφύγουν εύκολα, αν χρειαζόταν.

 

Επιπλέον, οι Έλληνες επαναστάτες δεν διέθεταν πολεμικό στόλο, τα πλοία τους ήταν λίγα σε αριθμό, μικρού μήκους και χωρητικότητας κι εξυπηρετούσαν εμπορικούς σκοπούς. Ο εξοπλισμός τους δεν ήταν καλός και με τίποτα δεν εξυπηρετούσε τις ανάγκες για τον ιερό αγώνα τους. Αντίθετα, ο οθωμανικός στόλος – όντας από τους μεγαλύτερους εκείνης της εποχής – διέθετε πιο πολλά, πιο μεγάλης χωρητικότητας καράβια και με πιο καλό κι άρτιο πολεμικό εξοπλισμό τελευταίας τεχνολογίας. Ωστόσο οι Έλληνες κατάφεραν να μετασκευάσουν σε πολεμικά αρκετά εμπορικά τους καράβια, κυρίως από τα τρία ναυτικά νησιά (Ύδρα, Σπέτσες, Ψαρά) ενώ σημαντική ναυτική δύναμη διέθετε και η Κάσος και με αυτά να πετύχουν την σχεδόν απόλυτη κυριαρχία στο Αιγαίο. Σημαντικό κι ενθαρρυντικό στοιχείο αποτελούσε το γεγονός ότι τα τουρκικά πληρώματα δε διέθεταν αξιόλογη ναυτική πείρα και σημαντική προϋπηρεσία – σε αντίθεση με τους Έλληνες ναυτικούς που ήταν έμπειροι κι άρτια καταρτισμένοι – και τη χειμερινή περίοδο ο οθωμανικός στόλος, λόγω της ανασφάλειάς του ως προς τη μη ενδεχόμενη αποτελεσματική διαχείριση της κατάστασης (σφοδροί άνεμοι, τρικυμίες), κατάπλεε πίσω στη βάση του (ναύσταθμο). Ιδιαίτερα αποτελεσματικά ήταν επίσης τα πυρπολικά που κατασκεύασαν οι Έλληνες, τα οποία κατέστησαν, σταδιακά, τεράστια απειλή για τα βαριά και δυσκίνητα – σε σχέση με τα ελαφρότερα ελληνικά – οθωμανικά καράβια.

 

Επιπρόσθετα, δε συμφωνούσαν όμως όλοι οι Έλληνες για το χαρακτήρα του νέου εθνικού κράτους που θα οργάνωναν και τους θεσμούς που θα έπρεπε να φτιάξουν, ώστε να διέπουν με αυτούς μία ολοκληρωμένη κι άρτια κρατική διοίκηση. Από τη μία υπήρχαν αντιθέσεις κι αντίλογοι ανάμεσα στις διάφορες περιοχές κι επαρχίες. Από την άλλη, οι διάφορες κοινωνικές ομάδες είχαν διαφορετικές επιδιώξεις, κίνητρα και σκοπούς. Δύο ήταν οι κύριες απόψεις που επικρατούσαν: η μία πλευρά ήθελε ένα αποκεντρωμένο κράτος, στο οποίο οι τοπικοί άρχοντες κι ο ανώτατος κλήρος θα διατηρούσαν πολλά από τα προνόμια που είχαν και πρωθύστερα και θα ασκούσαν τη δική τους πολιτική και διοίκηση στις επαρχίες που αφέντευαν. Η άλλη πλευρά επιθυμούσε ένα συγκεντρωτικού τύπου κράτος, με φιλελεύθερους και δημοκρατικούς θεσμούς, με νόμους και διατάξεις που θα απαρτίζουν το Σύνταγμα, όπως αυτοί που υπήρχαν σε αρκετά ευρωπαϊκά κράτη της Δύσης.

Έτσι, τέσσερις κοινωνικές ομάδες ήθελαν να αναλάβουν τη διαχείριση των πολιτικών και κοινωνικών εξελίξεων στα πρώτα χρόνια της επανάστασης, με οξύ εγωισμό κι ανταγωνισμό ανάμεσά τους στις περισσότερες περιπτώσεις. Πράγμα που καθιστούσε αδύνατη τη μεταξύ τους συνεννόηση για καλυτέρευση της κατάστασης. Με αυτό τον τρόπο, οι προεστοί κι ο ανώτατος κλήρος σε κάθε επαρχία ήθελαν να συνεχιστεί η διοίκησή τους και να ελέγχουν τις επαρχίες, με τους πιο ισχυρούς να αποτελούν τη κεντρική διοίκηση. Το ίδιο και οι οπλαρχηγοί, οι οποίοι ένιωθαν να μεγαλώνει η δύναμή και η επιβολή τους στη διάρκεια του πολέμου και ήθελαν να κατέχουν κι εκείνοι ένα σημαντικό μερίδιο στη πίτα της εξουσίας. Οι νέοι πολιτικοί παράγοντες, δηλαδή οι ετερόχθονες πολιτικοί, που πολλοί από αυτούς ήταν Φαναριώτες, έμποροι, λόγιοι από άλλες περιοχές και μέρη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, τα Επτάνησα και την Ευρώπη, πήγαν στις επαναστατημένες περιοχές για να πάρουν μέρος στην Επανάσταση. Αυτοί επιθυμούσαν ένα κράτος με ισχυρή ενιαία διοίκηση και φιλελεύθερους δημοκρατικούς θεσμούς. Η τελευταία ομάδα που αποτελούνταν από μεγαλέμπορους και καραβοκύρηδες του Αιγαίου (οι προεστοί που καταγόντουσαν από νησιά). Εκείνοι, υποστήριζαν τη γέννηση ενός σύγχρονου κράτους, με μία ισχυρή κεντρική διοίκηση, που θα χρηματοδοτούσε τη συντήρηση κι ανανέωση του εξοπλισμού των πλοίων με νέες τεχνολογίες, ώστε να καταστεί κερδοφόρο το εμπόριο.

 

Εν τω μεταξύ, η επανάσταση αντιμετώπισε σοβαρά κωλύματα και σε διπλωματικό επίπεδο. Οι Μεγάλες Δυνάμεις της Ευρώπης (Βρετανία, Αυστρία, Ρωσία, Γαλλία, Πρωσία) συνήψαν συμφωνία με σκοπό τη διατήρηση της ειρήνης στην Ευρώπη (Παρίσι 1815). Όμως, με το ξέσπασμα της επανάστασης στην Ελλάδα, οι Μεγάλες Δυνάμεις ήταν ήδη απασχολημένες με τις επαναστάσεις της Ισπανίας και της Ιταλίας και η ελληνική επανάσταση λογιζόταν ως κάτι το ανεπιθύμητο και για αυτό το λόγο φαινόντουσαν διστακτικές κι αντίθετες. Δυσαρεστημένος από τα νέα για την επανάσταση, Ο καγκελάριος της Αυστρίας Klemens Wenzel Lothar von Metternich (Κλέμενς Βέντσελ Λόταρ φον Μέττερνιχ, 1773 – 1859) προσπάθησε να πείσει τον τσάρο της Ρωσίας να τηρήσει στάση εναντίον των Ελλήνων , διότι ο φόβος του Μέττερνιχ, όπως και των άλλων δυνάμεων θα ήταν η αλλαγή των ισορροπιών στην Ευρώπη από την ενδεχόμενη εμπλοκή της Ρωσίας σε πολεμική σύρραξη με την Οθωμανική Αυτοκρατορία, καθώς θα ισχυροποιούσε τα συμφέροντα της Ρωσίας και θα την κατέβαζε στη Μεσόγειο. Την πλέον έντονη αρνητική στάση έναντι της επανάστασης, κατά το πρώτο έτος της, την είχε η Βρετανία, με τον υπουργό εξωτερικών Robert Stewart, υποκόμης Castlereagh (Ρόμπερτ Στιούαρτ, υποκόμης Κάσλρηγ, 1769 – 1822) να συμμερίζεται τη γνώμη και τις απόψεις του Μέττερνιχ και να τηρούν φιλοτουρκική στάση στις πρώτες επαναστατικές κινήσεις που σημειώθηκαν στη Πελοπόννησο. Η ρωσική κυβέρνηση επιπλέον, είδε με αρνητικό μάτι την επανάσταση, διότι αφ’ ενός μεν έθεσε εμπόδια στις ρωσικές εξαγωγές σιτηρών προς την Ευρώπη μέσω των Δαρδανελίων, αφ’ ετέρου δε δεν ήθελε να αλλάξει το status quo στην Ευρώπη και να κινδυνεύσει η μοναρχία. Ο τσάρος τήρησε ουδέτερη στάση, με τους Έλληνες επαναστάτες να τρέφουν φρούδες ελπίδες ότι η Ρωσία θα αποτελέσει παράγοντα βοήθειας και ουσιαστικής σταθεροποίησης της έκβασης του αγώνα τους.

 

Η κεντρική διοίκηση ήταν ακόμη ανίσχυρη και υπολειτουργούσε, κυρίως λόγω μεγάλης έλλειψης χρημάτων, ώστε να οργανώσει και να ελέγξει αποτελεσματικά το κράτος. Επιπλέον, ένα αγκάθι που δυσχέραινε τη πορεία εθνικού οράματος για ελευθερία, άκουγε στο όνομα τοπικισμός. Οι θάλασσες, τα μεγάλα βουνά, οι κακοφτιαγμένοι δρόμοι έφερναν την απομόνωση και διατηρούσαν τις τοπικές διαφορές ανάμεσα στις διάφορες περιοχές. Ο καθένας θεωρούσε πατρίδα του το μέρος που ζούσε, ενώ η Ελλάδα, ως ολοκληρωμένος θεσμός με υλική και ιδεολογική υπόσταση ήταν μία καινούργια ανακάλυψη, μία καινούργια πραγματικότητα για αυτούς. Έκανε δύσκολη τη συνεργασία μεταξύ των Ελλήνων και είχε σοβαρές συνέπειες για την Επανάσταση, ιδιαίτερα κατά τα πρώτα χρόνια. Όλοι πολεμούσαν για να προστατέψουν το χωριό τους ή την επαρχία τους. Δεν ήταν όμως όλοι πάντα πρόθυμοι να κάνουν το ίδιο όταν ο οθωμανικός στρατός απειλούσε μια περιοχή μακριά από τον τόπο τους. Οι οπλαρχηγοί και οι προεστοί θεωρούσαν ότι είχαν από παλιά δικαιώματα και κυριαρχία στις επαρχίες τους. Έτσι, αντιδρούσαν στην ιδέα ότι η νέα κεντρική εξουσία θα τα περιόριζε σε σημαντικό βαθμό. Γι’ αυτούς τους λόγους, δεν υπάκουαν πάντα στην κεντρική διοίκηση και συχνά έβαζαν εμπόδια στην ομαλή θεσμική λειτουργία του ενιαίου κράτους.

Στα πρώτα χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης, οι Έλληνες δεν βρισκόντουσαν αντιμέτωποι μόνο με τους Οθωμανούς κατακτητές, αλλά πρωτίστως με τους ίδιους τους εαυτούς τους! Βρισκόντουσαν αντιμέτωποι με τα θέλω και τα πιστεύω τους, με μία κατάσταση που έφερνε αντιπερισπασμό στο τρόπο σκέψης και τη μεγάλη ιδέα που είχαν για την απελευθέρωση του Έθνους τους. Βρισκόντουσαν αποπροσανατολισμένοι στην ανάγκη τους για ουσιαστική ελευθερία και συνοχή. Για ένα πραγματικό πνεύμα ομόνοιας κι ενωτισμού που θα τους επέτρεπε να μεγαλουργήσουν και να αναγεννηθούν από τις στάχτες και την υποδούλωση τους. Να αναγεννηθούν από τα ισόβια δεσμά της λήθης τους. Δεν είχαν κανένα να τους βοηθήσει και τίποτα! Όλα αυτά στην αρχή. Γιατί, μόνο η αρχή μπορεί να υπάρξει εμπόδιο για τον Έλληνα και να δημιουργήσει τις ψεύτικες, τις φρούδες προϋποθέσεις για επίτευξη του απώτερου σκοπού του, που είναι η ελευθερία της γνώσης, της συνείδησης και της σκέψης! Όταν συνειδητοποιήσει  την αξία της ελεύθερης και πραγματικής ζωής, τότε μόνο θα ενεργήσει με ζήλο και ιερό καθήκον προς την επίτευξη αυτής κι ο Θεός απλόχερα θα βάλει την υπογραφή του για να το καταστήσει θεμιτό. Άλλωστε, «Όταν αποφασίσαμε να κάμωμε την Επανάσταση, δεν εσυλλογισθήκαμε ούτε πόσοι είμεθα, ούτε πως δεν έχομε άρματα, ούτε ότι οι Τούρκοι εβαστούσαν τα κάστρα και τας πόλεις, ούτε κανένας φρόνιμος μας είπε: «που πάτε εδώ να πολεμήσετε με σιταροκάραβα βατσέλα», είχε πει τότε κι ο Ήρωας του ΄21, Θεόδωρος Κολοκοτρώνης.

 

Οι Έλληνες, οφείλουμε να καταλάβουμε ότι αντιπροσωπεύουμε ανώτερα ιδανικά κι αρχές, ανώτερο τρόπο κατανόησης της πολυπλοκότητας των ζητημάτων, αλλά κι ανώτερο τρόπο διευθέτησής τους (πάντα με σεβασμό στις άλλες χώρες). Αρκεί να το συνειδητοποιήσουμε και να αναλογισθούμε με εμπεριστατωμένο τρόπο τι είναι αυτό που επιζητούμε, τα είναι αυτό που μας αρμόζει και τι θα πρέπει να κάνουμε για να το καταφέρουμε. Πάντοτε θα υπάρχουν «δαίμονες» που θα προσπαθούν να μας παραπλανήσουν, να κάμψουν το φρόνημά μας, να μας λοιδορήσουν και να μας αφανίσουν. Ο πόλεμος θα είναι αδυσώπητος, οι εχθροί πολυάριθμοι. Ο Έλληνας με γνώμονα τη πυξίδα της ακέραιης γνώσης, της ορθής λογικής, της αποφασιστικότητας και του θάρρους θα παλέψει για να κατακτήσει την αξιοπρέπεια και το σεβασμό του, κόντρα στο σκοτάδι.  Θυμηθείτε! Ο Γέρος του Μοριά, Θ. Κολοκοτρώνης (1770 – 1843) είπε χαρακτηριστικά: «Η Γενιά που θα ξεχάσει την ιστορία, τις παραδόσεις, τη γλώσσα και την ταυτότητα του ελληνισμού, θα είναι η τελευταία γενιά Ελλήνων».

 

 


Βλάχος Σταμάτιος Στυλιανός _ MSc. Περιβαλλοντολόγος, διαχείριση ενέργειας & περιβάλλοντος, μέλος Οικολογικής Συνεργασίας Δήμου Παλαιού Φαλήρου ECO+