Δικανικές Σκέψεις …

 

από τον Βασίλη Αποστολόπουλο _

Δικηγόρο, LL.M. ( Queen Mary University of London), LL.M. ( City, University of London), LL.M. ( University of Southampton)

 

 

Δικανικές Σκέψεις στο πλαίσιο της Ποινικής Δικονομίας, επ΄αφορμή της Αρχής της Αναζήτησης της Ουσιαστικής Αλήθειας (καθώς και επιμέρους δικονομικών ζητημάτων που απορρέουν ή σχετίζονται με αυτήνΣκοπός και Ιδιότητες της Ποινικής Δικονομίας.

 

 

1) Ορισμός Ποινικής Δικονομίας

Το Δικονομικό Ποινικό Δίκαιο συγκροτούν το σύνολο των κανόνων του  δικαίου που διέπουν την ποινική διαδικασία στο σύνολό της, αποβλέποντας στην εξέταση και τη βεβαίωση όχι μόνο της ενοχής, αλλά και της αθωότητας του κατηγορουμένου, ώστε στα πλαίσια της δίκαιης διαδικασίας, που ρυθμίζεται από τους ως άνω κανόνες, και απονομής της ορθής ποινικής δικαιοσύνης, το δικαστήριο, το οποίο έχει την τελική κρίση, να κρίνει αν θα πρέπει να εφαρμοσθούν οι από τον Ποινικό Κώδικα προβλεπόμενοι κυρωτικοί κανόνες.

Συνεπώς, η Ποινική Δικονομία διακρίνεται από την κατά δικανική μορφή πραγμάτωση των οικείων κανόνων δικαίου του Ουσιαστικού Ποινικού Δικαίου, που περιγράφουν επακριβώς τόσο τα στοιχεία των αξιόποινων πράξεων, όσο και τις επαπειλούμενες επ΄αυτών ποινές, αποσκοπώντας στην παρεμπόδιση της διάπραξης των εγκλημάτων και, ωσαύτως, στην κοινωνική ειρήνευση και σταθερότητα.

Η τελευταία δε, επιτυγχάνεται μέσω ενός συνόλου στρατηγικών και μέτρων που σχεδιάζει και υλοποιεί η Πολιτεία προς το σκοπό της ποινικής  πρόληψης μελλοντικών εγκλημάτων με τη χρήση των οικείων ποινικών νόμων, στα πλαίσια πάντοτε μιας εγκεκριμένης αντεγκληματικής πολιτικής. Όσον αφορά δε, την ποινική πρόβλεψη, σύμφωνα με τις σχετικές θεωρίες, αυτή διακρίνεται σε ειδική, η οποία απευθύνεται στο δράστη της αξιόποινης πράξης για την αποτροπή τέλεσης άλλων εγκλημάτων από τον ίδιο, και σε γενική, η οποία «εκμηδενίζει» την συλλογική, κοινωνική προσδοκώμενη ικανοποίηση από τη διάπραξη του εγκλήματος εξαιτίας του φόβου που προκαλεί στο κοινωνικό σύνολο η βεβαιότητα της επιβολής και εκτέλεσης της προβλεπόμενης από τους ποινικούς νόμους ποινικής κύρωσης.

Τούτου λεχθέντος, ο σκοπός της μεν ειδικής επιτυγχάνεται με την περιθωριοποίηση, στις περιπτώσεις της ισόβιας κάθειρξης δε, ιδιαίτερα εξοντωτικής, του δράστη, καθιστώντας τον κοινωνικά ανενεργό, αλλά και με την παιδαγωγική λειτουργία που υπηρετεί η επιβολή και εκτέλεση της ποινής, ώστε αυτός να συμμορφωθεί και να μην υποτροπιάσει. Της δε γενικής, επιτελείται μέσω του εκφοβισμού που ασκεί στους πολίτες η απειλή, επιβολή και εκτέλεση της προβλεπόμενης ποινής και, ωσαύτως, της αρνητικής γενικής πρόβλεψης, αλλά, ταυτόχρονα, και του παιδαγωγικού του ρόλου ως όργανο προσανατολισμού προς τη συμμόρφωση με τις έγκυρες και κοινώς αποδεκτές κοινωνικές αρχές.

Στον κλάδο της Ποινικής Δικονομίας περιλαμβάνονται οι διατάξεις που ρυθμίζουν την τήρηση των δικονομικών τύπων, ήτοι την έγκυρη ενέργεια των δικονομικών πράξεων.

Ούτως ειπείν, δικονομικές πράξεις, όπως η έγερση της ποινικής δίωξης, η οργάνωση της προδικασίας και της επ΄ακροατηρίου διαδικασίας από την τυπική έναρξη, δηλαδή την εκφώνηση της υπόθεσης και την ανάγνωση του ονόματος του κατηγορουμένου, και την ουσιαστική έναρξη, δηλαδή την απαγγελία με συνοπτική ακρίβεια της κατηγορίας, έως την οριστική περάτωση της δίκης, καθορίζονται από τις δικονομικές διατάξεις.

Το ίδιο ισχύει, για την προπαρασκευαστική προς την ως άνω κύρια διαδικασία, η οποία αφορά στον ορισμό της δικασίμου κατ΄άρθρο 320 ΚΠΔ, στην κλήση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο με την σύνταξη, έκδοση και επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος ή της κλήσης προς εμφάνιση από τον Εισαγγελέα, αντίτυπο της οποίας επισυνάπτεται στο φάκελο της δικογραφίας κατά τη συζήτηση της υποθέσεως κατά τα άρθρα 155 επ ΚΠΔ.

Επιπλέον, για την επίδοση πέντε τουλάχιστον μέρες πριν από τη δημόσια συνεδρίαση στον κατηγορούμενο που παραπέμπεται να δικαστεί από τον Εισαγγελέα καταλόγου των μαρτύρων κατηγορίας που πρόκειται να εξεταστούν κατ΄άρθρο 326 παρ. 1, την κλήτευση όλων των ουσιωδών μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης από τον Εισαγγελέα κατ΄άρθρο 327 ΚΠΔ ή την κλήτευση νέων μαρτύρων υπεράσπισης αν το δικαστήριο αναβάλει τη δίκη για κρείσσονες αποδείξεις ή τη διακόψει προκειμένου να εμφανιστούν ή να προσαχθούν οι μάρτυρες σ΄αυτήν κατά το συνδυασμό των άρθρων 352 παρ. 2, 353, 355.

Ομοίως, για τον προσδιορισμό της αρμοδιότητας των ποινικών δικαστηρίων κατά τα άρθρα 116, 117 και 119-122 ΚΠΔ, το δικαίωμα ακρόασης του κατηγορουμένου από τους αρμόδιους κρατικούς φορείς της ποινικής λειτουργίας κατά τα άρθρα 333 παρ. 2,3, 170 παρ. 2, 171 παρ. στοιχ. δ΄, 369 ΚΠΔ, αλλά και το άρθρο 20 του Συντάγματος, τις διατάξεις του ανακριτή και του Εισαγγελέα και το δικαίωμα ακρόασης του τελευταίου κατά τα άρθρα 32 παρ. 1 και 138 παρ. 2, 170 παρ. 1, 171 παρ. 2 στοιχ. β΄ και 369 ΚΠΔ, τη διαδικασία σύλληψης του δράστη κατά τα άρθρα 275- 278 ΚΠΔ, την προσαγωγή του συλλαμβανόμενου επ΄αυτοφώρω ή με ένταλμα κατά το άρθρο 279 ΚΠΔ, τον καθορισμό της συνολικής ποινής κατά το άρθρο 551 ΚΠΔ, την άσκηση των ενδίκων μέσων κατά ποινικών αποφάσεων και βουλευμάτων κατά τα άρθρα 478 επ. ΚΠΔ κλπ.

 

2) Η Αλληλεξάρτηση μεταξύ των Συγγενών Κλάδου του Δικαίου του Ουσιαστικού Ποινικού Δικαίου και του Δικονομικού Ποινικού Δικαίου

 

 

Το ποινικό δικονομικό δίκαιο, ως παρεπόμενος συγγενής κλάδος με εξυπηρετικό του ουσιαστικού ποινικού δικαίου χαρακτήρα αποτελεί το λογικά ύστερο. Οι δε ως άνω ουσιαστικοί κανόνες που, στο πλαίσιο εξάλειψης και καταστολής του εγκλήματος ( ενν. πραγμάτωσης του ουσιαστικού ποινικού δικαίου), περιγράφουν και προσδιορίζουν, κατά τα προειρημένα, επακριβώς τόσο τα αναγκαία αντικειμενικά στοιχεία των αξιόποινων πράξεων, όσο και τις προϋποθέσεις του αξιόποινου, το λογικά πρότερο. Τούτο σημαίνει, ότι δίχως τη συνδρομή πραγμάτωσης της ειδικής αντικειμενικής υπόστασης ενός εγκλήματος, οι δικονομικοί κανόνες στερούνται νοήματος κ΄εφαρμογής και, ως εκ τούτου, δεν έχουν λόγο ύπαρξης. Για τον λόγο αυτό, στο ελληνικό ποινικό σύστημα, αλλά και σε κάθε δημοκρατικό καθεστώς, άνευ ποινικού δικαίου δεν υφίσταται και λόγος ύπαρξης της ποινικής δικονομίας, αφού, όπως αναπτύξαμε παραπάνω, οι ουσιαστικοί ποινικοί κανόνες ενεργοποιούνται δια των δικονομικών διατάξεων. Διαπιστώνει, λοιπόν, κανείς, ότι ανάμεσα στους δυο ως άνω συγγενείς κλάδους του δικαίου υφίσταται άμεση συνάφεια και συνεπώς δε δύναται να υπάρξει η μια δίχως την άλλη.

 

 

3)  Η ανωτέρω Κατά Δικανική Μορφή Πραγμάτωση του Ουσιαστικού Ποινικού Δικαίου ως ένα από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της Ποινικής Δικονομίας

Πράγματι, την παραπάνω διαπίστωση αβίαστα συνάγει και το γεγονός, ότι οι δικονομικές διατάξεις, που συνιστούν θεμέλιο της θεωρίας της επιστήμης της ούτως αποκαλουμένης “ποινικής δογματικής”, αποσκοπούν στην κατά τα προειρημένα δικανική μορφή πραγμάτωση του ουσιαστικού ποινικού δικαίου. Η δε κατά δικανική ρύθμιση της παραπάνω πραγμάτωσης επιτελείται, όπως θίξαμε και παραπάνω, με την κοινωνική «αχρήστευση» του δράστη του εγκλήματος, ο οποίος περιέρχεται σε δεινή θέση εξαιτίας της κοινωνικής αδράνειας στην οποία υποβάλλεται με τη λήψη εναντίον του όλων των μέτρων και των δευτερευόντων κυρωτικών κανόνων που αντιστοιχούν στο έγκλημα και προβλέπονται από τις διατάξεις του Ποινικού Κώδικα και τους άλλους ειδικούς ποινικούς νόμους.

Ταυτόχρονα, όμως, το ποινικό δικονομικό δίκαιο έχει σαν σκοπό και τη διαμόρφωση ενός αρραγούς και στέρεου νομικού πλαισίου προστασίας των ατομικών δικαιωμάτων και προσωπικών ελευθεριών κάθε κατηγορούμενου πολίτη που ζει και διαμένει στην Ελληνική επικράτεια, χωρίς καμία διάκριση, από την κρατική και τη δικαστική αυθαιρεσία.

Για τον λόγο αυτό, η αποστολή του ποινικού δικονομικού δικαίου συγχρόνως στρέφεται προς την εμπέδωση της κοινωνικής ειρήνης, υπό το φόβο ακριβώς της εκτροπής προς την τυχόν ως άνω αυθαιρεσία, της καταστρατηγήσεως και των πιθανών καταχρήσεων του κράτους.

 

4) Συνταγματικά Κατοχυρωμένες Θεμελιώδεις Δικονομικές Αρχές

Τούτου λεχθέντος, στο πλαίσιο της ερμηνείας στο χώρο του ουσιαστικού ποινικού δικαίου, ο ποινικός δικαστής, αλλά, έμμεσα, και ο ποινικός νομοθέτης πρώτα και κύρια οφείλουν να εμμένουν στις ακλόνητες και  αδιασάλευτες δικαιοκρατικές αρχές που γίνονται δεκτές σήμερα από όλες τις ευρωπαικές και παγκόσμιες ποινικές νομοθεσίες, αλλά συνδέονται και με τη συνταγματική νομοθεσία των κρατών, όπως το θεμελιώδες αξίωμα/αρχή της νομιμότητας – καθώς και των επιμέρους αρχών στις οποίες αυτή εξειδικεύεται.

Η παραπάνω βασικότατη δικαιοκρατική αρχή που διέπει το γενικό ποινικό δίκαιο, προβλέπεται από το άρθρο 1 ΠΚ, αλλά επιβάλλεται και από τη συνταγματική νομοθεσία στο άρθρο 7 του Ελληνικού Συντάγματος, το οποίο ρητά αναφέρει, ότι “κανένα έγκλημα δεν ισχύει και καμία ποινή δεν επιβάλλεται άνευ υφιστάμενου νόμου που να ισχύει από πριν και να προσδιορίζει επακριβώς τόσο τα στοιχεία της αξιόποινης πράξης, όσο και την επαπειλούμενη επ΄αυτής ποινή¨.

Η ανωτέρω βασική αρχή της νομιμότητας, την οποία πρώτος απέδωσε φραστικά με την περίφημη λατινική ρήση ’nullum crimen, nulla poena sine lege’, ο διακεκριμένος Βαυαρός ποινικολόγος Paul Anselm Johann von Ritter Feuerbach, την περίοδο του Ευρωπαικού Διαφωτισμού, αποβλέπει στην αποφυγή δικαστικών αντιφάσεων με την εμπέδωση της προβλεψιμότητας και της σταθερότητας των ποινικών κυρώσεων, στις οποίες δύναται να υποβληθεί κάθε κατηγορούμενος πολίτης.

Ο δικανικός τρόπος και η σκέψη της αρχής αυτής εκδηλώνεται και στη δικονομική αρχή « κανένα έγκλημα, ουδεμία ποινή χωρίς δίκη» ( nullum crimen, nulla poena processu).

Τούτο διότι, προδήλως η ως άνω κατά δικανική μορφή εξάλειψη του εγκλήματος με την περιθωριοποίηση του δράστη δύναται να γίνει μόνο μετά από επιμελή, εύτακτη και μεθοδικά συγκροτημένη δίκη στα τακτικά ποινικά δικαστήρια, στα οποία υπηρετούν δικαστικοί λειτουργοί  που διέπονται από αμερόληπτη ευθυκρισία. Η εν λόγω δικονομική αρχή προβλέπεται και στη συνταγματική νομοθεσία στο άρθρο 96 παρ. 1, το οποίο ρητά αναφέρει, ότι «Στα τακτικά ποινικά δικαστήρια ανήκει η τιμωρία των εγκλημάτων και η λήψη όλων των μέτρων που προβλέπουν οι ποινικοί νόμοι».

 

5) Η αρχή της Ηθικής Απόδειξης ή Σύστημα Ελεύθερης Εκτίμησης των Αποδεικτικών Μέσων που καθιερώνει το Άρθρο 177 ΚΠΔ.

Εν πρώτοις, η ποινική διαδικασία συνιστά κρατική διαδικασία, η οποία βρίσκεται σε άμεση συνάφεια με την εγκεκριμένη αντεγκληματική πολιτική, την οποία εφαρμόζει η Πολιτεία. Στο πλαίσιο αυτό, όλοι οι αρμόδιοι δημόσιοι φορείς που επιλαμβάνονται της ποινικής διαδικασίας υποχρεούνται από τις δικονομικές διατάξεις να ευθυγραμμίζονται με την αρχή της αναζήτησης της “ουσιαστικής αλήθειας”.

Συναφής με τη συγκεκριμένη αρχή είναι η αρχή της ηθικής απόδειξης ή σύστημα ελεύθερης εκτίμησης του αποδεικτικού υλικού, που θεσμοθετεί το άρθρο 177 ΚΠΔ. Καθώς, το σύστημα που εγκαθιδρύει στην ποινική διαδικασία το άρθρο 177 ΚΠΔ είναι αυτό της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων, οι δικαστές εκτιμώντας τα αποδεικτικά στοιχεία δεν είναι υποχρεωμένοι να συμμορφώνονται με το σύστημα νομικών κανόνων απόδειξης, αλλά είναι ελεύθεροι να αποφασίζουν κατά την πεποίθησή τους, ακολουθώντας τη φωνή της συνείδησής τους και οδηγούμενοι από την απροσωπόληπτη κρίση που προκύπτει από τις συζητήσεις και που αφορά την αλήθεια των πραγματικών γεγονότων, την αξιοπιστία των μαρτύρων και την αξία των άλλων αποδείξεων. (Άλλωστε, για τον σκοπό αυτό και, στο πλαίσιο της αρχής που επιβάλλει στους δικαστές και τους εισαγγελείς, σε κάθε στάδιο της ποινικής δίκης, την υποχρέωση αμερόληπτης κατά τα παραπάνω αναζήτησης της ουσιαστικής αλήθειας, ο εισαγγελέας, για παράδειγμα, οφείλει, όπως αναφέρθηκε και ανωτέρω, να κλητεύει στο ακροατήριο όλους τους ουσιώδεις μάρτυρες κατηγορίας και υπεράσπισης, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 326, 327 ΚΠΔ).

Ούτως ειπείν, για τον παραπάνω σκοπό της ορθής ερμηνείας στο πεδίο του ποινικού δικαίου (υπογραμμίζεται εν παρόδω, ότι η ως άνω ερμηνεία διακρίνεται σε “γραμματική”, που καθορίζεται από το γράμμα του νόμου και, οριοθετεί τη σφαίρα της ερμηνευτικής ελευθερίας, και, σε “τελολογική”, με κλειδί το σκοπό του νομοθέτη, παρέχοντας την ελευθερία κίνησης της ερμηνείας εντός του γλωσσικού νοήματος του οικείου κανόνα δικαίου. Η δε τελολογική ερμηνεία μπορεί να είναι, είτε “συσταλτική”, όταν η σφαίρα εφαρμογής του ποινικού κανόνα περιορίζεται ως εκεί που καλύπτει την έννοια του γλωσσικού νοήματος του, είτε “διασταλτική”, στις περιπτώσεις ανάλογης εφαρμογής μέσα στα όρια του οικείου ποινικού κανόνα) οι δημόσιοι φορείς της ποινικής λειτουργίας, στο πλαίσιο του ανωτέρω διαγνωστικού τους καθήκοντος αναζήτησης και συλλογής κάθε αποδεικτικού μέσου που μπορεί να συντείνει στη εξακρίβωση της ουσιαστικής (και όχι τυπικής) αλήθειας, και σε κάθε στάδιο της ποινικής (κρατικής) διαδικασίας, από την έγερση της δίωξης ως την τελική κρίση της υπόθεσης, δεν πρέπει να περιορίζονται σε όσα διατείνονται και προσάγουν οι διάδικοι, όπως αντιθέτως ισχύει στην πολιτική διαδικασία. Απεναντίας, οφείλουν να ερευνούν και να εξετάζουν καθετί που μπορεί να βοηθήσει στην αναζήτηση της βαθύτερης ουσίας της υπόθεσης, την εξακρίβωση της ως άνω αλήθειας και τη βεβαίωση της ενοχής ή της αθωότητας του κατηγορουμένου ( π.χ. σκοπός της ανάκρισης στο άρθρο 239 ΚΠΔ). Τούτο δε, πέρα και, αν χρειαστεί, σε αντίθεση με τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίζονται από τους ίδιους τους διαδίκους.

Στο πλαίσιο αυτό, οι δικαστικοί λειτουργοί δύνανται να δέχονται ή να απορρίπτουν κάθε αποδεικτικό μέσο, που προσάγεται ενώπιον τους, και αν ακόμη αυτό αφορά κάποιο από τα κυριότερα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στο άρθρο 178 ΚΠΔ, όπως την ομολογία του κατηγορουμένου ή την έκθεση πραγματογνωμοσύνης. Σύμφωνα με το ανωτέρω σύστημα ελεύθερης εκτίμησης των αποδεικτικών μέσων τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα στερούνται δεσμευτικής βαρύτητας για το ποινικό δικαστήριο.

Μόλις που χρειάζεται να αναφερθεί, ότι στο πλαίσιο της γνήσιας μορφής αντιδικίας, που υφίσταται στην ποινική δίκη μεταξύ του κατηγορούμενου και αν τυχόν υπάρχει και του αστικώς υπευθύνου από τη μια πλευρά και του πολιτικώς ενάγοντα από την άλλη, ο Εισαγγελέας της έδρας, που βρίσκεται δίπλα στο δικαστή, δεν εμπίπτει στη σφαίρα της δικονομικής αρχής της κατ΄αντιδικία διεξαγωγής της δίκης . Αντίθετα, ο ρόλος του, ως δικαστικού λειτουργού, με αυξημένο κύρος, ο οποίος αντιπαρέρχεται τα προσωπικά συμφέροντα των αντιδικούντων διαδίκων, καθορίζεται από την ανωτέρω αρχή της αναζήτησης της ουσιαστικής αλήθειας και, ως εκ τούτου, διευκολύνει και συμβάλλει προς τον σκοπό αυτό.

 

 

6) Η Αρχή της Αιτιολογίας ως απόρροια της Αρχής της Αναζήτησης της Ουσιαστικής Αλήθειας

 

 

Καθώς, όμως, το ανωτέρω σύστημα της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων διέπεται από την αρχή της αιτιολογίας των ποινικών αποφάσεων, η αποδοχή ή η απόρριψη του παραπάνω αποδεικτικού υλικού πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα, σύμφωνα με τις γενικές αρχές των άρθρων 139 ΚΠΔ και 93 παρ. 3 του Συντάγματος, που επιβάλλουν την ως άνω αιτιολόγηση επί ποινή ακυρότητας. Ειδικότερα, το άρθρο 139 ΚΠΔ ρητά αναφέρει, ότι οι δικαστικές αποφάσεις και τα βουλεύματα, καθώς και οι διατάξεις του ανακριτή και του εισαγγελέα, πρέπει να αιτιολογούνται ειδικά και εμπεριστατωμένα, ενώ η καταδικαστική απόφαση και το παραπεμπτικό βούλευμα πρέπει να αναφέρουν και τον αριθμό του εφαρμοστέου ποινικού νόμου. Προς τούτο δε, ρητά ορίζει στο εδ. β΄, ότι μόνη η επανάληψη της διατύπωσης του νόμου δεν αρκεί για να ικανοποιήσει την ως άνω αρχή της αιτιολογίας. Με παρόμοιο τρόπο, η συνταγματική νομοθεσία ορίζει στο άρθρο 93 παρ. 3, ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, απαγγέλεται δε σε δημόσια συνεδρίαση.

Συνεπώς, με βάση τη ρητή νομοθετική αναγκαιότητα περί αιτιολογίας, προκειμένου η ποινική απόφαση (καθώς και τα βουλεύματα των δικαστικών συμβουλίων ή οι διατάξεις του ανακριτή και του εισαγγελέα) να είναι αιτιολογημένη και να τεκμηριώνεται η λογική ακολουθία των νομικών σκέψεων του δικαστηρίου, πρέπει από το αιτιολογικό της απόφασης του να προκύπτει τόσο η αναφορά του είδους των αποδεικτικών στοιχείων στα οποία στηρίχθηκε, όσο και ο προσεκτικός προσδιορισμός και ο έλεγχος αυτών κατά τη διαμόρφωση της δικανικής του κρίσης.

Με αυτόν τον τρόπο είναι σαφές, ότι τα ποινικά δικαστήρια κραταιώνουν την πίστη και την εμπιστοσύνη που εμπνέουν στους πολίτες περί των στέρεων αποφάσεων τους και της αλάθευτης, αξιόπιστης και ακέραιης τελικής ευθυκρισίας τους στην κατ΄αντιδικία διεξαγωγή της δίκης, αίροντας το σκεπτικισμό και τη δυσπιστία των αντιδίκων ως προς την απειλούμενη αυθαιρεσία της ποινικής δικαιοσύνης.

Σε κάθε άλλη περίπτωση, η απόφαση ελέγχεται αναιρετικά για έλλειψη της παραπάνω ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 510 ΚΠΔ παρ. 1 στοιχ. Δ, στο οποίο αναφέρονται περιοριστικά οι λόγοι αναίρεσης που μπορούν να προταθούν κατά μιας απόφασης ( ή την έλλειψη ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το ως άνω άρθρο 139 κατά τα αναφερόμενα στο άρθρο 484 ΚΠΔ παρ. 1 στοιχ. δ΄, στην περίπτωση του βουλεύματος).

 

7) Η Αρχή του Σεβασμού και της Προστασίας της Αξίας και της Αξιοπρέπειας του Ανθρώπου

Από τα ανωτέρω συνάγεται, ότι σύμφωνα με το άρθρο 177 ΚΠΔ, οι ποινικοί δικαστές δεν είναι υποχρεωμένοι να ακολουθούν νομικούς κανόνες αποδείξεων, αλλά μπορούν και πρέπει να ερευνούν σε βάθος όλα τα αποδεικτικά στοιχεία που συντείνουν στην αποκάλυψη της ουσιαστικής αλήθειας και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Ωστόσο, εύλογα ερωτήματα γεννώνται σχετικά με τα όρια της ελευθερίας που παρέχει στους δικαστές η ως άνω αρχή της ηθικής απόδειξης, όταν στο παραπάνω πλαίσιο αναζήτησης της ουσιαστικής αλήθειας, κάποια αποδεικτικά μέσα έχουν αποκτηθεί μέσω αντίστοιχων παραβιάσεων άλλων, συνταγματικά κατοχυρωμένων, καθοριστικών, θεμελιακών δικαιωμάτων του κατηγορούμενου πολίτη.

Στο πλαίσιο αυτό, οι νομοθέτες δεν παραλείπουν να περιστείλουν την ελευθερία κίνησης των δικαστηρίων ενσωματώνοντας στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ρητή διάταξη που επιβάλλει στους δικαστές αυστηρούς αποδεικτικούς περιορισμούς κατά την άσκηση των δικαιοδοτικών τους καθηκόντων.

Ειδικότερα, η παράγραφος 2 του ως άνω άρθρου 177, ρητά ορίζει, ότι  «αποδεικτικά μέσα, που έχουν αποκτηθεί με αξιόποινες πράξεις ή μέσω αυτών, δεν λαμβάνονται υπόψη στην ποινική διαδικασία», ιδίως όταν πρόκειται να χρησιμοποιηθούν για την καταδίκη του υπό κρίση προσώπου.

Υπό το φως της ανωτέρω διάταξης, ωστόσο, ζήτημα δημιουργείται εάν το παραπάνω αποδεικτικό υλικό που συνελέγη με παράνομα μέσα και αντίστοιχη προσβολή άλλων θεμελιωδών, συνταγματικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων του δικαζόμενου προσώπου, θα μπορεί να αξιοποιηθεί για την αθώωση του σύμφωνα με την αρχή της ηθικής απόδειξης.

Ούτως ειπείν, η εν λόγω διάταξη κατά κανόνα δεν αποκλείει τη δικαστική χρήση αποδεικτικού υλικού που έχει αποκτηθεί με τον παραπάνω τρόπο προκειμένου να προστατευθούν άλλα ουσιώδη, συνταγματικά θεμελιωμένα δικαιώματα του ή να στηριχθεί σε αυτό η αθώωση του. (Μόλις που χρειάζεται να αναφερθεί, ότι εξαίρεση στα παραπάνω αποτελούν αποδεικτικά στοιχεία που συνελέγησαν με τρόπο που αντιβαίνει την συνταγματικά θεμελιωμένη, στο άρθρο 7 παρ. 2 του Συντάγματος, απαγόρευση βασανιστηρίων και προσβολής της ανθρώπινης αξιοπρέπειας)

Τούτο συνάγει αβίαστα, και η ουσιώδης κι αδιασάλευτη αρχή «του σεβασμού και της προστασίας της αξίας του ανθρώπου», η οποία είναι ανυποχώρητη σε θέματα θεμελιακών αξιών, όπως η άδικη καταδικαστική απόφαση εναντίον οποιουδήποτε αθώου κατηγορούμενου πολίτη.

Η ως άνω ακλόνητη δικαιοκρατική αρχή επιβάλλεται από τη συνταγματική νομοθεσία στο άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος, συνιστά  δε πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας. Συνδέεται όμως, και με άλλους κανόνες υπέρτερης τυπικής ισχύος, όπως την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ( στο εφεξής ΕΣΔΑ) και την Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

Απόρροια της ανωτέρω συνταγματικά θεμελιωμένης αρχής στο άρθρο 2 του Συντάγματος είναι, ότι όλα τα εμπλεκόμενα αρμόδια κρατικά όργανα, και ειδικότερα οι δικαστικοί λειτουργοί (ποινικοί δικαστές, εισαγγελείς) θα πρέπει σε κάθε στάδιο της ποινικής διαδικασίας και μέσα στα πλαίσια εκπλήρωσης του διαγνωστικού τους καθήκοντος ανεύρεσης της ουσιαστικής αλήθειας πρώτα και κύρια να σέβονται και να προστατεύουν την αξία, την αξιοπρέπεια και τα θεμελιώδη δικαιώματα του κατηγορούμενου πολίτη.

Για τον σκοπό αυτό, όλα τα μέτρα δικονομικού καταναγκασμού που δύνανται να εφαρμοσθούν εναντίον του κατηγορουμένου και συνιστούν άμεσες ποινικοδικονομικές προσβολές ή συρρίκνωση ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων προσωπικής του ασφάλειας και ελευθερίας από αυθαίρετες διώξεις, συλλήψεις ή κρατήσεις [όπως π.χ. α) η σωματική έρευνα κατά το άρθρο 257 ΚΠΔ, β) η κατ΄οίκον έρευνα κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 254-256 ΚΠΔ, γ) η παραπάνω έκδοση εντάλματος σύλληψης σύμφωνα με τις διατυπώσεις των άρθρων 276 και 277 από τον αρμόδιο εισαγγελέα πλημμελειοδικών εναντίον του δράστη που διώκεται στα αυτόφωρα κακουργήματα ή πλημμελήματα στην περίπτωση της παραγράφου 3 του άρθρου 275 ΚΠΔ, δ) η κατά το συνδυασμό των άρθρων 270, 276 παρ. 1,2 εδ. α΄, 282 και 283 ΚΠΔ ανωτέρω διαδικασία σύλληψης με ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένο ένταλμα ανακριτής αρχής ή βούλευμα του δικαστικού συμβουλίου, που πρέπει να κοινοποιούνται κατά τη στιγμή της σύλληψης, αφού προηγουμένως διατυπώσει γνώμη ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών, και μόνο στις περιπτώσεις όπου επιτρέπεται η προσωρινή κράτηση κατά το άρθρο 282 ΚΠΔ, με εξαίρεση τα αυτόφωρα εγκλήματα της παραγράφου 1 εδ. α΄του άρθρου 275 ΚΠΔ, ε) η κατά τα ανωτέρω σύλληψη και η προσωρινή κράτηση του κατηγορουμένου με βούλευμα από το δικαστικό συμβούλιο στις παραπάνω περιπτώσεις σύμφωνα με όσα ορίζονται στην παραγράφο 2 εδ. β΄του άρθρου 276 ΚΠΔ, καθώς και, στ) η περίπτωση της έκδοσης ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένου εντάλματος προσωρινής κράτησης από τον ανακριτή στις περιπτώσεις του άρθρου 282 ΚΠΔ, αμέσως μετά την απολογία του κατηγορουμένου και, αφού προηγουμένως και σε κάθε περίπτωση λάβει τη γραπτή σύμφωνη γνώμη εισαγγελέα πλημμελειοδικών, η οποία απαιτείται κατά το άρθρο 283 ΚΠΔ, εξ΄αντιδιαστολής από τη διατύπωση απλής γνώμης, που αρκεί στην περίπτωση της σύλληψης του ως άνω άρθρου 276 παρ. 2 ΚΠΔ] θα πρέπει να ευθυγραμμίζεται με τις παραπάνω βασικές αξίες που απορρέουν από τη συγκεκριμένη αρχή.

Τούτο σημαίνει, ότι σε κάθε στάδιο και για τη διενέργεια κάθε έγκυρης δικονομικής πράξης από τους δημόσιους φορείς της ποινικής λειτουργίας στο πλαίσιο μιας ποινικής διαδικασίας, κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα, θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως υποκείμενο της δίκης, το οποίο διατηρεί με πλήρη ισότητα το δικαίωμα στην ελευθερία και την ασφάλεια στο πρόσωπο του και τη χρηστή απονομή δικαιοσύνης. Εξάλλου, τα ανωτέρω έννομα αγαθά κάθε προσώπου που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα, πλέον του δικονομικού ποινικού μας συστήματος, έχουν ανυψωθεί, και από τους νομοθέτες κανόνων υπέρτερης τυπικής ισχύος, σε θεσμικές εγγυήσεις απρόσβλητης και άτρωτης ασφάλειας, από τη δικαστική αυθαιρεσία, στα άρθρα 6 παρ. 1 του Συντάγματος, στα άρθρα 5 και 6 της ΕΣΔΑ, καθώς και στα άρθρα 9 και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου του 1966 του ΟΗΕ].

Από τα ανωτέρω συνάγεται, ότι κάθε διάταξη που εκδίδει ο δικαστής, ο εισαγγελέας ή ο ανακριτής κατά τις διατυπώσεις του άρθρου 138 ΚΠΔ, για την εφαρμογή των παραπάνω μέτρων δικονομικού καταναγκασμού εναντίον του ύποπτου τέλεσης αξιόποινης πράξης, η οποία αντιτίθεται στις προειρημένες βασικές αρχές είναι ανεφάρμοστη.

Συναφής, ωστόσο, με την παραπάνω αρχή του σεβασμού και της προστασίας της αξίας του ανθρώπου, από την οποία συνάγεται η διαχρονική αξιακή αρχή της απαγόρευσης της άδικης καταδίκης κάθε αθώου προσώπου που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα, είναι και ο θεμελιώδης κανόνας του ποινικού δικαίου in dubio pro reo.

Ούτως ειπείν, η εν λόγω αρχή καλύπτει τις αμφιβολίες που γεννώνται στους δικαστές από τα πραγματικά περιστατικά κατά την επ΄ακρωατηρίου διαδικασία ως προς την εξακρίβωση της ενοχής ή της αθωότητας του κατηγορουμένου, τον ακριβή προσδιορισμό του νομικού χαρακτηρισμού του εγκλήματος για την καταδικαστική απόφαση, καθώς και ως προς τον έλεγχο της συνδρομής των πιθανών λόγων που αίρουν τον άδικο χαρακτήρα της πράξης, της ικανότητας προς καταλογισμό του δράστη μιας τελειωτικά άδικης πράξης και των ενδεχόμενων λόγων απαλλαγής του από την ποινή.

Στο πλαίσιο αυτό, οι παραπάνω αμφιβολίες που εγείρονται στους δικαστές μετά τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας κατά το άρθρο 368 ΚΠΔ και τις αγορεύσεις του εισαγγελέα, του πολιτικώς ενάγοντος και του κατηγορουμένου κατά το άρθρο 369 ΚΠΔ, λειτουργούν πάντοτε υπέρ του δικαζόμενου προσώπου που κατηγορείται για το έγκλημα. Συνεπώς, όταν το δικαστήριο δεν πείθεται από τα πραγματικά περιστατικά για την τέλεση του εγκλήματος, ή, αν αμφιβάλλει για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό του, καθώς και για τη συνδρομή των ενδεχόμενων λόγων άρσης του αδίκου ή του καταλογισμού, οφείλει, βάσει της ως άνω αρχής, να προκρίνει την ευμενέστερη για τον δικαζόμενο δράστη επιλογή.

Μόλις που χρειάζεται να αναφερθεί, ότι η παραπάνω αρχή εφαρμόζεται στην κύρια διαδικασία, αφού στο στάδιο της προδικασίας, ο αρμόδιος εισαγγελέας  πλημμελειοδικών ή εφετών κατά περίπτωση, θα πρέπει να κινήσει την ποινική δίωξη κατά τα άρθρα 29 παρ. 1,2,4 ΚΠΔ, 35 ΚΠΔ ή 43 παρ. 1,2,3, και αν ακόμη, εύλογα σε αυτό το στάδιο, αμφιβάλλει. Τούτο, βέβαια, δε σημαίνει, ότι αν υφίσταται οποιαδήποτε αμφιβολία σχετικά με  την απαραίτητη συνδρομή της υποβολής έγκλησης από τον παθόντα στα κατ΄έγκληση διωκόμενα εγκλήματα, η οποία συνιστά προϋποθέση της ποινικής δίκης στο στάδιο της προδικασίας, μέσα στην προβλεπόμενη, από τη γενική διάταξη του άρθρου 117 του Ποινικού Κώδικα, για την κίνηση της ποινικής δίωξης, τρίμηνη προθεσμία από την ημέρα που ο παθών έλαβε γνώση για το έγκλημα και για τον υπαίτιο ή για έναν από τους συμμετόχους του, δεν εξαλείφεται το αξιόποινο και το δικαστήριο δεν θα πρέπει να κηρύξει την ποινική δίωξη απαράδεκτη κατά το άρθρο 370 ΚΠΔ. Το ίδιο ισχύει, και αν ακόμη έχει υποβληθεί έγκληση, αλλά υφίστανται αμφιβολίες σχετικά με τον ως άνω χρόνο που ο παθών έλαβε γνώση για τα παραπάνω σύμφωνα με τις διατυπώσεις του ως άνω άρθρου 117 ΠΚ.

Επανερχόμενος, στην παραπάνω διάταξη της παραγράφου 2 του  άρθρου 177 ΚΠΔ, η οποία ρητά απαγορεύει οποιαδήποτε καταδικαστική απόφαση στηριζόμενη σε αποδεικτικά μέσα που αποκτήθηκαν παρανόμως, πρέπει να αναφέρουμε, ότι παρόμοια απαγόρευση περιλαμβάνεται και στην παράγραφο 3 του άρθρου 19 του Συντάγματος, ως προς τη χρήση αποδεικτικών μέσων που έχουν αποκτηθεί κατά παράβαση του άρθρου αυτού και των άρθρων 9 και 9Α, για την καταδίκη του κατηγορουμένου.

Ειδικότερα, σύμφωνα με την ως άνω παράγραφο του άρθρου 19 του Συντάγματος, δεν επιτρέπεται να ληφθούν υπόψη από τους δικαστές αποδεικτικά μέσα που αποκτήθηκαν με παραβίαση του απόρρητου των επιστολών και της ελεύθερης ανταπόκρισης ή επικοινωνίας, η οποία θεμελιώνεται στην παράγραφο 1 του ως άνω άρθρου του Συντάγματος, προκειμένου να στηρίξουν την καταδικαστική τους απόφαση. Βεβαίως, στα πλαίσια της αρχής της ανωτέρω ηθικής απόδειξης και συνεκτιμώντας το ιδιαίτερο βάρος και την ιδιαίτερη σημασία της δημόσιας μομφής κατά του προσώπου που κατηγορείται ότι διέπραξε κάτι παράνομο και επιβλαβές σε βάρος άλλου, δεν απαγορεύεται το παραπάνω αποδεικτικό υλικό να αξιοποιηθεί από τους δικαστές προκειμένου να στηρίξουν την (αθωωτική) απόφαση τους υπέρ του υπό κρίση προσώπου, εφόσον τούτο ενδείκνυται για την απόδειξη της αθωότητας του.

Για τον ίδιο σκοπό, κατά τα προειρημένα, επιτρέπεται να ληφθούν υπόψη αποδεικτικά στοιχεία που έχουν αποκτηθεί με παραβίαση των θεμελιωμένων, στα άρθρα 9, 9Α του Συντάγματος και στο άρθρο 8 της ΕΣΔΑ, δικαιωμάτων κάθε προσώπου εις την ιδιωτική και οικογενειακή του ζωή, του οικιακού ασύλου, καθώς και της προστασίας των προσωπικών δεδομένων του, αν αυτά πρόκειται να στηρίξουν την αθώωση του και όχι την καταδίκη του.

 

8) Το Δικαίωμα στη Χρηστή Απονομή Δικαιοσύνης, η οποία συνεπάγεται την συνταγματικά κατοχυρωμένη «Αρχή της Ισότητας των Όπλων»

Τέλος, απόρροια της ανωτέρω αρχής της προστασίας και του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου είναι το δικαίωμα κάθε προσώπου να δικασθεί δικαίως, δημόσια και εντός λογικής προθεσμίας, υπό δικαστηρίου το οποίο συγκροτείται από ανεξάρτητα και αμερόληπτα κρατικά όργανα απονομής δικαιοσύνης, τα οποία θα αποφασίσουν με ευθυκρισία επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως. Το ανωτέρω δικαίωμα του κατηγορουμένου θεμελιώνει η αρχή της δίκαιης δίκης, η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, διασφαλίζοντας την τελεσφόρο υπεράσπιση του κατηγορουμένου, τηρουμένων των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων που πηγάζουν από το δίκαιο, το οποίο ρυθμίζει την υφιστάμενη έννομη σχέση μεταξύ των δικαστικών λειτουργών και των λοιπών παραγόντων που συγκροτούν την ποινική δίκη.

Πρέπει να υπογραμμίσουμε εν παρόδω, ότι η ανωτέρω αρχή θέτει ως προϋπόθεση την αναγκαστική τήρηση της συνταγματικά θεμελιωμένης από το άρθρο 4 του Συντάγματος «αρχής της ισότητας των όπλων μεταξύ κατηγορουμένου και κατηγορούσας αρχής», παρέχουσα κατά κανόνα τα ίδια δικαιώματα στον Εισαγγελέα και τους λοιπούς διαδίκους με δυνατότητα ισομερούς συμμετοχής, κυρίως, στην επ΄ακροατηρίου διαδικασία ( π.χ. όπως προκύπτει και από τα άρθρα 138, 333 παρ. 2,3, 357, 358, 367, 368 ΚΠΔ).

Στο πλαίσιο δε, της ίδιας ως άνω αρχής, εντάσσεται και η αρχή της δημοσιότητας που διέπει και αυτή την κύρια διαδικασία και προβλέπεται στο άρθρο 329 ΚΠΔ. Σύμφωνα με την εν λόγω αρχή, η συζήτηση στο ακροατήριο, καθώς και η απαγγελία της απόφασης, γίνονται σε δημόσια συνεδρίαση σε όλα τα ποινικά δικαστήρια. Επιτρέπεται δε, στον καθένα να παρακολουθεί ανεμπόδιστα τις δημόσιες συνεδριάσεις. Απαγορεύεται, ωστόσο, κατά το β’ εδάφιο της παραγράφου 1 του ως άνω άρθρου, η παρουσία στο ακροατήριο προσώπων που κατά την ελεύθερη κρίση του διευθύνοντος τη συζήτηση δεν έχουν συμπληρώσει το 17ο έτος της ηλικίας του.

Σε κάθε όμως περίπτωση, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 330 ΚΠΔ, το δικαστήριο διατάσσει τη διεξαγωγή της δίκης ή ενός μέρους της κεκλεισμένων των θυρών, αν η δημοσιότητα της συνεδρίασης δύναται να αποβεί επιβλαβής στα χρηστά ήθη ή συντρέχουν ειδικοί λόγοι να προστατευθεί ο ιδιωτικός ή οικογενειακός βίος των διαδίκων, ιδίως σε δίκη εγκλημάτων κατά της γενετήσιας ελευθερίας και οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής, προκειμένου να αποτραπεί η ιδιαίτερη ψυχική ταλαιπωρία ή ο διασυρμός του θύματος και δη, του ανηλίκου. Για τον αποκλεισμό, ωστόσο, της δημοσιότητας, κατά την προηγούμενη παράγραφο, το δικαστήριο, αφού ακούσει τον εισαγγελέα, ή το δημόσιο κατήγορο και τους διαδίκους, εκδίδει αιτιολογημένη απόφαση, την οποία απαγγέλει σε δημόσια συνεδρίαση, κατά τη δεύτερη παράγραφο του ίδιου ως άνω άρθρου ( 330 ΚΠΔ).

Εξάλλου, για τον ίδιο σκοπό, το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, στην παράγραφο 1, ρητά αναφέρει, ότι η απόφαση πρέπει μεν να εκδοθεί δημόσια, η είσοδος όμως εις την αίθουσα των συνεδριάσεων δύναται να απαγορευθεί εις τον τύπο και το κοινό καθ΄όλην ή μέρος της διάρκειας της δίκης προς το συμφέρον της ηθικής, της δημόσιας τάξης ή της εθνικής ασφάλειας σε μια δημοκρατική κοινωνία, εφόσον τούτο ενδείκνυται υπό τα συμφέροντα των ανηλίκων ή της ιδιωτικής ζωής των διαδίκων, ή εν τω κρινομένω υπό του δικαστηρίου ως απολύτως αναγκαίου μέτρου, όταν υπό ειδικές συνθήκες θα ηδύνατο να παραβλάψει τα συμφέροντα της δικαιοσύνης.

Σε κάθε περίπτωση, η παράβαση των παραπάνω διατάξεων για την δημοσιότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο στην ελληνική έννομη τάξη ελέγχεται αναιρετικά και, ωσαύτως, μπορεί να προταθεί ως λόγος αναίρεσης κατά της απόφασης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Γ.